Ενα πολύ ενδιαφέρον μάθημα στο πρώτο έτος της Νομικής ήταν η "Πολιτική Επικοινωνία". Είχα καθηγητή τον πολυσυζητημένο (στη συνέχεια) Γιάννη Μεταξά, έναν από τους λίγους ομολογώ που μου έκανε πολύ κέφι να παρακολουθώ τα μαθήματά του, πριν αποφασίσω να τα παρατήσω εντελώς. Εγραφε λοιπόν στο ομώνυμο βιβλίο του, πως η τηλεόραση ως ψυχρό Μέσο επικοινωνίας χρειάζεται ανθρώπους που δεν ανεβάζουν πολύ τους τόνους γιατί η δύναμη της εικόνας είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλη και δεν χρειάζεται περαιτέρω έμφαση. Αντίθετα το ραδιόφωνο είναι θερμό Μέσο επικοινωνίας και έτσι αυτός που μιλάει στο ραδιόφωνο πρέπει να έχει ιδιαίτερη ένταση στη φωνή του για να περάσει το μήνυμα που θέλει. Και έδινε ως παραδείγματα τους Χίτλερ και Τζον Κένεντι. Ο Χίτλερ, έγραφε, θα γελοιοποιείτο αν ο κόσμος τον γνώριζε μέσω τηλεόρασης γιατί η ένταση της φωνής του και η κινησιολογία του θα έκαναν πολύ άσχημη εντύπωση (τα γραφόμενά του έρχονται να υποστηρίξουν τα Επίκαιρα της εποχής, όπου όντως ο Χίτλερ μοιάζει αστεία φιγούρα). Αντίθετα, έγραφε, ο Κένεντι κέρδισε τους Αμερικανούς γιατί ήταν όσο "ψυχρός" έπρεπε για την τηλεόραση. Ενας άνθρωπος ήρεμος που μιλούσε χωρίς στόμφο με μεστό λόγο αλλά χωρίς ένταση. Ο Κένεντι, πρόσθετε, θα ήταν "καταδικασμένος" να αποτύχει αν δεν υπήρχε η τηλεόραση ως Μέσο επικοινωνίας και έπρεπε να πείσει τον μέσο Αμερικάνο μέσω ραδιοφώνου.Κάτι ανάλογο συνέβη φέτος στις ελληνικές βουλευτικές εκλογές. Με τις όποιες αποκλίσεις βεβαίως, αλλά με την παραπάνω θεωρία να ισχύει σε μεγάλο βαθμό. Το ΠΑΣΟΚ φώναζε πολύ στην προεκλογική του καμπάνια. Τα πρόσωπα των στελεχών του - και των διαφόρων Κακαουνάκηδων - σχεδόν παραμορφώνονταν στο γυαλί στην προσπάθειά τους να πείσουν για τα επιχειρήματά τους και να καταγγείλουν τους αντιπάλους. Αντίθετα οι Νεοδημοκράτες, ειδικά μετά τη μεγάλη καταστροφή με τις πυρκαγιές κράτησαν χαμηλό προφίλ. Αυτό που τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ερμήνευαν στους τηλεοπτικούς διαξιφισμούς ως ενοχή, ο κόσμος το ερμήνευσε ως μεταμέλεια και συγνώμη.
Εννοείται ότι ως χώρα προσλαμβάνουμε τα μηνύματα - και τις τάσεις - με αρκετή καθυστέρηση από τον υπόλοιπο κόσμο. Εννοείται επίσης ότι κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητες και τις εξαιρέσεις της. Οταν πέθανε ο Μπερλίνγκουερ, ο μεγάλος ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος της Ιταλίας, που επί εποχής του το ΚΚΙ έφτανε το 40%, η μεγάλη απορία των Αμερικανών δημοσιογράφων που βρέθηκαν στην κηδεία του ήταν πώς αυτό το τόσο απόλυτα αντιτηλεοπτικό πρόσωπο είχε τέτοια απήχηση στον Ιταλό ψηφοφόρο. Γι΄ αυτούς η εικόνα ήταν το παν. Η δύναμή της είναι απόλυτη.
Ομως, οι εποχές μάλλον έχουν αλλάξει ανεπιστρεπτί. Τα αντιτηλεοπτικά πρόσωπα έχουν απήχηση σε μικρό αριθμό ψηφοφόρων, ουσιαστικά σε αυτούς που έτσι κι αλλιώς ψηφίζουν κάθε τετραετία ένα συγκεκριμένο κόμμα. Αντίθετα τα τηλεοπτικά πρόσωπα μπορούν να κερδίσουν ψήφους ακόμα και μεταξύ ψηφοφόρων που δεν πρόσκεινται ιδεολογικά στο συγκεκριμένο κόμμα. Μας κάνει εντύπωση γιατί πρώτη φορά το ζούμε στη "γειτονιά" μας, αλλά μάλλον θα το συνηθίσουμε.Στις φετινές εκλογές καταλυτικό ρόλο έπαιξαν οι δύο αρχηγοί. Ο Παπανδρέου δεν έπεισε τον κόσμο, αφού "ωθήθηκε" από τον κομματικό μηχανισμό του ΠΑΣΟΚ να υποδυθεί κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν και δεν κατάφερε να μπει στο ρόλο του. Αντίθετα ο Καραμανλής είχε περισσότερο "γκελ" στον κόσμο και αυτό ακριβώς ήταν που εκμεταλλεύτηκε. Τα λάθη των επικοινωνιολόγων του ...εξαντλήθηκαν στο ... μπουφάν τύπου Μπους. Αντίθετα οι του ΠΑΣΟΚ οδηγούσαν τον Παπανδρέου από το ένα σφάλμα στο άλλο.
Το Βατερλό του ωστόσο υπήρξε η ....ανάσυρση του Λαλιώτη από τα "αζήτητα" προκειμένου να βοηθήσει τον Παπανδρέου να πάρει τις εκλογές. Οι πρακτικές του ξεπερασμένες, εξέφρασαν ένα παλαιολιθικό ΠΑΣΟΚ που δεν έχει πέραση πια ούτε στον κόσμο του ίδιου του κόμματος. Και βέβαια, πέρα από τις αποτυχημένες επιλογές, ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει
και το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί μέσα στην Χαριλάου Τρικούπη που ήθελαν να αποτύχει ο Παπανδρέου. Με οποιοδήποτε κόστος. Ακόμα και με ήττα στις εκλογές. Ετσι ώστε να γυρίσουν σελίδα στο κόμμα. Τέτοιοι υπάρχουν και στη Νέα Δημοκρατία. Ομως, εκεί - προφανώς - οι εσωκομματικές κόντρες δεν έχουν ακόμα φτάσει στο επίπεδο της "θυσίας" της νίκης στις εκλογές.
