Showing posts with label Κοινωνία. Show all posts
Showing posts with label Κοινωνία. Show all posts

Friday, September 5, 2008

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους


H Mυρτώ Κοντοβά το περιγράφει πολύ εύστοχα σε μια σκηνή από τα "Υπέροχα Πλάσματα". Η Ελλη που στην αρχή είχε ενθουσιαστεί για τη σχέση της με το γαύρο Γρηγόρη, αρχίζει σταδιακά να τα παίρνει στο κρανίο επειδή αυτός έχει συνέχεια στο νου του τον Ολυμπιακό και το Pro Evolution. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να της έχει κάνει το σπίτι σαν την μπουτίκ του γαύρου, να του μιλάει για τα θέματα που την απασχολούν κι εκείνος να - φαίνεται ότι - αδιαφορεί, να του ζητά να βγουν κι εκείνος να είναι κολλημένος με το PlayStation. Eνα βράδυ λοιπόν, μετά από μια αποτυχημένη έξοδο που ήρθε ως το αποκορύφωμα μιας σειράς καβγάδων για το συγκεκριμένο θέμα, επιστρέφοντας σπίτι και πλένοντας τα δόντια τους δίπλα δίπλα, μετά από ένα συντομότατο διάλογο, ο καθένας κάνει τις σκέψεις του.

Ελλη: Mωρό μου κάνεις λίγο πιο κει;
Γρηγόρης: Πού πιο κει;
Eλλη: (Ωρες ώρες είσαι τόσο λίγος!)
Γρηγόρης: (Ωρες ώρες είσαι ίδια η μάνα μου!)
Ελλη: (Τι βλακείες είναι αυτές που έκανε με τα φιστίκια στο μπαρ;)
Γρηγόρης: (Τι ΓΚΟΛΑΡΑ ήταν αυτή που έβαλε ο Πάτσα μες τη Βρέμη!)




(Για όποιον βαριέται να παρακολουθήσει το 10λεπτο βιντεάκι η συγκεκριμένη σκηνή βρίσκεται στο 07:20).

***

Ενα παλιό καλό ανέκδοτο λέει το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια:

* Aπό το ημερολόγιο εκείνης: "Tο Σάββατο το βράδυ τον βρήκα λίγο παράξενο. Είχαμε πει να συναντηθούμε στο μπαρ για ένα ποτό. Επειδή όλο το απόγευμα είχα βγει για ψώνια με τις φίλες μου, νόμιζα ότι ήταν εξαιτίας μου...επειδή έφτασα στο ραντεβού λίγο καθυστερημένα. Αυτός, όμως, δεν είπε τίποτα. Η συζήτησή μας δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο και τότε του πρότεινα να πάμε σ' ένα μέρος πιο ήσυχο και πιο ρομαντικό. Ξεκινήσαμε για ένα ωραίο εστιατόριο, αλλά αυτός συνέχισε να είναι παράξενος. Εδειχνε να είναι απών. Προσπάθησα να τον διασκεδάσω χωρίς αποτέλεσμα. Αναρωτιόμουν επίμονα αν ήταν δικό μου το φταίξιμο. Τον ρώτησα αν ήταν εξ αιτίας μου και μου απάντησε πως εγώ δεν είχα να κάνω, αλλά δεν πείστηκα. Στο αυτοκίνητο, καθώς γυρίζαμε σπίτι του είπα ότι τον αγαπούσα πολύ κι αυτός με αγκάλιασε ψυχρά. χωρίς να βγάλει άχνα. Δεν μπορώ να εξηγήσω τη συμπεριφορά του, δεν είπε τίποτα, δε μου είπε ότι με αγαπάει κι αυτός...δεν ξέρω τι να πω, είμαι πολύ ανήσυχη! Επιτέλους, φτάσαμε σπίτι. Τη στιγμή εκείνη ήμουν σίγουρη πως ήθελε να με αφήσει. Προσπάθησα να του μιλήσω, εκείνος, όμως, άναψε την τηλεόραση κι άρχισε να παρακολουθεί αφηρημένα, βυθισμένος σε σκέψεις, σα να ήθελε να μου πει ότι όλα είχαν τελειώσει. Στο τέλος παραιτήθηκα και πήγα για ύπνο. Δε θα 'χαν περάσει ούτε 10 λεπτά κι ήλθε κι αυτός στο κρεβάτι και με μεγάλη μου έκπληξη τον είδα να ανταποκρίνεται στα χάδια μου και κάναμε έρωτα αν και εξακολουθούσε να είναι απόμακρος. Προσπάθησα να του μιλήσω για τη σχέση μας ακόμη μια φορά, για όσα είχαν συμβεί εκείνο το βράδυ αλλά τον έχει ήδη πάρει ο ύπνος. Εβαλα τα κλάματα. Εκλαιγα όλη νύχτα μέχρι που με πήρε και μένα ο ύπνος. Είμαι σχεδόν βέβαιη πως σκεφτόταν κάποια άλλη. Η ζωή μου είναι ένα μπάχαλο".
* Aπό το ημερολόγιο εκείνου την ίδια ημέρα: "Xάλια η μέρα, έχασε και η ομάδα... Τουλάχιστον γάμησα!".

***
Τα παραπάνω παραδείγματα μπορούν να καταδείξουν με τον πλέον παραστατικό τρόπο, το πώς μια γυναίκα έχει την τάση να αναλύει και την πιο μικρή λεπτομέρεια της συμπεριφοράς του καλού της, την ίδια ώρα που εκείνος δεν έχει πάρει καν χαμπάρι τι είναι αυτό που την πείραξε.

Επειδή λοιπόν Σεπτέμβρης, εκτός από άνοιγμα των σχολείων, αγιασμούς, μελαγχολία, πρωτοβρόχια, μετακομίσεις, νέα ξεκινήματα, σημαίνει και μπάλα και μετά το Σαββατοκύριακο που δεν υπάρχει πρωτάθλημα λόγω των υποχρεώσεων της Εθνικής, θα ακολουθήσει καταιγιστική δράση μέσα στα γήπεδα, σε Ελλάδα και Ευρώπη (για τους Ευρωπαίους, οι άλλοι θα το ρίξουν στις βραδινές εξόδους, γυμναστήριο, καφετέρια, ξάπλα στον καναπέ κ.λπ.), έχετέ τα υπόψιν σας κυρίες μου, προς αποφυγήν καβγάδων, παρεξηγήσεων, γκρίνιας και μουρμούρας. Ετσι ώστε αν αυτά (καβγάδες, παρεξηγήσεις κ.λπ.) προκύψουν, να μην έχουν τουλάχιστον ως αφορμή τη μπάλα...

***

ΥΓ. Μας έκανε ρόμπα με Ρεκόμπα (ο Τσακίρης).
ΥΓ1. Ο συγχωρεμένος ο Νίκος ο Κανελλάκης έκανε τις μεταγραφές μέσα από το Ιντερνετ. Οι τωρινοί παράγοντες, απλώς ανοίγουν τις εφημερίδες, βλέπουν τα αφιερώματα στους παίκτες που ...κυκλοφορούν ελεύθεροι, σηκώνουν ένα τηλέφωνο και κάνουν το deal.

Monday, September 1, 2008

Διαφήμιση και αισθητική



- Τοκ τοκ
- Ποιος είναι;
- Τα βάσανα
- Ωχ, τα βάσανα! Bye bye my salary


(μπουζουκάκι, παραπομπή σε ασπρόμαυρη ελληνική ταινία του '50) και:


Ρουμπίνια και μαλάματα στη σάκα του ζητάει
άμα δεν είναι επώνυμη, ούτε που την κοιτάει
αυτή είναι η μοίρα του γονιού να σφίγγει το ζωνάρι
τα γούστα δεν χαλά του γιου του κανακάρη

Εχει και παραλλαγή:

- Τοκ τοκ
- Ποιος είναι;
- Εγώ, ο γιος σου ο Βασιλάκης
(σαφής αναφορά στον Καϊλα). Αύριο αρχίζει το σχολείο πατερούλη

- Αχ πορτοφόλι μου!

Του δασκάλου η λίστα θα με βγάλει στην πίστα
ενα διαβήτη στην καρδιά έχω και με καρφώνει
καινουργιο σετ με χάρακες την τσέπη χαρακώνει.
την κασετίνα την παλιά πέταξες στα σκουπίδια
τώρα καινούργια μου ζητάς με ζώνουνε τα φίδια

Και η αυλαία...

- Τοκ τοκ
- Ποιος είναι;
- Τα βάσανα!
- Δεν είμαι εδώ, είμαι στα jumbo.
Και όχι σε οποιοδήποτε jumbo.
Στο νέο jumbo στο...
μπαίνεις το πρωί και βγαίνεις το βράδυ
τζάμπα πάρτυ. ΠασατέμπΑ νάχεις να περνάει η ώρα.

Και το ...πάρτυ συνεχίζεται με παρόμοιες διαφημίσεις από το ίδιο κατάστημα, όπου ο Βασιλάκης θέλει φούτερ και παντελόνι και με παραπονιάρη φωνή α λα Βασιλάκης Καϊλας παραπονιέται πως μεγάλωσε και...

"το παντελόνι στένεψε, με σφίγγει στον καβάλο".

Λέγεται πως ακόμα και η αρνητική διαφήμιση είναι διαφήμιση. Οπότε αυτή τη στιγμή χάρη κάνω. Δεν με νοιάζει όμως. Αισθάνομαι πως αυτή η σειρά των ραδιοφωνικών διαφημίσεων του jumbo προσβάλλει χρόνια τώρα τόσο βάναυσα την αισθητική μου, που ακόμα κι αν είχα παιδιά, δεν θα πήγαινα στη συγκεκριμένη αλυσίδα καταστημάτων για να αγοράσω ο,τιδήποτε! Τουλάχιστον μέχρι να βελτιώσουν αυτές τις άθλιες διαφημίσεις.

Παλιά, αναρωτιόμουν ακούγοντας διαφημίσεις στο ραδιόφωνο (που τις ακούω ...υποχρεωτικά, επειδή θέλω να παρακολουθώ αθλητικές εκπομπές): "Μα καλά αυτοί οι διαφημιζόμενοι πλήρωσαν λεφτά για ΑΥΤΗ τη διαφήμιση και όταν τους παρουσίασαν το αποτέλεσμα ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ που έδωσαν το ΟΚ να ακουστεί αυτό το έκτρωμα;"

Η περίπτωση των Jumbo όμως είναι διαφορετική. Και είναι διαφορετική γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που φτιάχνουν τέτοιες ραδιοφωνικές διαφημίσεις. Παρόμοιες υπήρχαν στο παρελθόν με τα δύο μοντέρνα παιδιά της οικογένειας που έλεγαν εξυπνάδες και αντιμετώπιζαν τους γονείς τους σαν χαζούς, ή κάτι άλλες με τον Φλωρινιώτη κ.λπ. Αρα, δεν γίνεται τυχαία. Γίνεται από άποψη. Και για να εξακολουθούν να τις φτιάχνουν σ΄ αυτό το στιλ σημαίνει πως θεωρούν ότι είναι ωραίες και περνάνε στο κοινό. Και αυτή η λανθασμένη τους αντίληψη, θα πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξει!


***

Μια εντελώς διαφορετική περίπτωση είναι οι τηλεοπτικές διαφημίσεις. Αφήνω κατά μέρος τις παλιές και στέκομαι στην πιο πρόσφατη, αυτή που παρουσιάζει την jumbo ως σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης πόλης.




Σαν σκηνοθετική άποψη που παρουσιάζει καθημερινές στιγμές μιας πόλης είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Και με πολύ καλή μουσική επένδυση. Σε μια διαφήμιση όμως θα σταθείς μόνο εκεί; Τι σημασία έχει αν αισθητικά η συγκεκριμένη διαφήμιση είναι άψογη, όταν σε μια εποχή που γίνεται τεράστια προσπάθεια για την προστασία του περιβάλλοντος, που προσπαθούμε να περιορίσουμε τη χρήση πλαστικής σακούλας, εσύ διαφημίζεις πως η πλαστική σακούλα της jumbo που θα παραμείνει ανέπαφη για πολλά χρόνια, είναι η πιο διάσημη σακούλα της πόλης και δεν νοιώθεις ούτε καν τύψεις γι΄ αυτό;

Μια ακόμα ενδιαφέρουσα άποψη που αγγίζει μια άλλη παράμετρο του συγκεκριμένου θέματος, εδώ:


Μερικά πράγματα τελικά σ΄ αυτή τη ζωή συμβαίνουν απλά και μόνο επειδή, ενώ είναι στο χέρι μας, δεν κάνουμε τίποτα για να τα αλλάξουμε...

***

Πάντως, ένας τρόπος να αποφύγουμε τις επισκέψεις στα παιχνιδάδικα, είναι αυτός που προτείνει η παρακάτω διαφήμιση...

Saturday, February 23, 2008

Περί εξωτερικών εχθρών και άλλων δεινών...

Το σκίτσο είναι του Σπύρου Δερβενιώτη



"...Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να προβλέψει τι επιφυλάσσει η ιστορία. Αν, πάντως, η Ελλάδα σε αυτή τη μεταπολεμική περίοδο που μιλάμε έχει έναν εχθρό, αυτός δεν είναι οι γείτονες. Κανείς δεν μας έχει προκαλέσει την παραμικρή ζημιά. Την Ελλάδα οι Ελληνες την έχουνε καταστρέψει και χρεοκοπήσει. Οι Ελληνες είναι ο εχθρός της Ελλάδας. Μιλώντας για τα τελευταία χρόνια, οι Ελληνες είναι που φάγανε τα λεφτά από τα κοινοτικά πλαίσια. Οι Ελληνες είναι που κλέψανε τα λεφτά του κοσμάκη με το Χρηματιστήριο. Οι Ελληνες είναι που βουλιάξανε τα ταμεία. Οι Ελληνες είναι που πήρανε τις μίζες από τη Siemens. Οι Ελληνες είναι που κάνανε νόμους του κράτους το ρουφέτι, το φακελάκι, τη συναλλαγή, τη διαφθορά και την αρπαχτή. Κανένας Αλβανός και κανένας Σκοπιανός, για να μιλήσουμε για τους σύγχρονους εχθρούς, δεν πείραξε την Ελλάδα. Το αν θα την πειράξουνε αύριο, είναι άγνωστο. Μέχρι σήμερα, πάντως, μόνο οι Ελληνες έχουν προκαλέσει ζημιά στην Ελλάδα. Κανένας άλλος. Χαίρετε..."
Από τη στήλη του Κώστα Καίσαρη στη Goalnews





Wednesday, January 30, 2008

Tα μαύρα μας τα χάλια

Το αναπόφευκτο ήταν έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένο γι΄ αυτό και ήταν όλοι προετοιμασμένοι όταν συνέβη. Αλλωστε, σ΄ αυτές τις περιπτώσεις τα αφιερώματα είναι έτοιμα, τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό τύπο και απλά περιμένουν για να χρησιμοποιηθούν. Σάμπως δεν υπάρχει έτοιμο αφιέρωμα για τον Μητσοτάκη; Εδώ και πολύ καιρό. Αλλο που όπως λέει κι ο Λάκης αυτός θα φτάσει τα 100, θα μηδενίσει το κοντέρ και θα αρχίσει από την αρχή.

Το μόνο πρόβλημα στην περίπτωση του Χριστόδουλου ήταν η χρονική στιγμή του θανάτου. Πήγε κι αυτός και πέθανε τα ξημερώματα. Το τάιμινγκ σα να λέμε ήταν ακατάλληλο. Και εντάξει, μέχρι τις 10 τα προσχήματα κάπως σώζονται. Τα κανάλια έχουν τις ενημερωτικές τους εκπομπές, με έμπειρους δημοσιογράφους - η εμπειρία τους είναι δεδομένη ανεξάρτητα από την συμπάθεια ή αντιπάθεια προς το πρόσωπό τους -
και έτσι δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα. Μετά όμως; Από τις 10 μέχρι τις 1 και από τις 1 μέχρι τις 3 ήταν η σειρά των πρωινάδικων και των μεσημεριανών. Εκεί δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι. Υπάρχουν τιβί περσόνες (άλλο που θέλουν να πιστεύουν ότι είναι δημοσιογράφοι...). Πώς να τα βγάλει τώρα πέρα το κοριτσάκι που ασχολείται μόνο με τη μόδα, με τον τελευταίο δίσκο του Πλούταρχου, με τη νέα σχέση του Καραφώτη και το εξώγαμο του Πασχάλη με τις απανωτές ζωντανές συνδέσεις με το νεκροτομείο και τη Μητρόπολη και με όλες αυτές τις ορολογίες που έχουν να χρησιμοποιηθούν 10 χρόνια από τότε δηλαδή που είχε αποδημήσει ο Σεραφείμ κι αυτό βρισκόταν στην εφηβεία; Σκήνωμα, μακαριστός, σεπτός ιεράρχης, πάλι καλά δηλαδή που η σορός δεν χρειάζεται ορθογραφία στα προφορικά γιατί κι αυτή λάθος θα την έκαναν.



Και δεν είναι μόνο τα λόγια, ούτε ο γιαλαντζί πόνος που προσπαθούσαν απεγνωσμένα - και αποτυχημένα - να περάσουν στον τηλεθεατή. Ηταν και η γενικότερη εικόνα. Κι εκεί τώρα οι άντρες παρουσιαστές έχουν ένα μεγάλο ατού. Ούτε μαύρη γραβάτα χρειάζεται να φορέσουν ούτε πένθος στο μανίκι (έτσι κι αλλιώς αυτό έχει καταργηθεί). Γιατί όμως θα πρέπει να φορέσουν μαύρα οι τιβί περσόνες για να υποδυθούν κάτι που δεν είναι και που δεν το αισθάνονται; Εβλεπα αυτή την ταλαίπωρη την Χρουσαλά που είναι και συμπαθητική και την είχανε ντύσει σαν γραμματέα. Με μαύρο ταγιέρ και λευκό πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό και το μαλλί κότσο. Ευτυχώς που δεν της φόρεσαν και γυαλιά για να δείχνει πιο αυστηρή γιατί λίγο ήθελε να θυμίσει τσόντα με την Sylvia Saint. Την έβλεπες και νόμιζες ότι ξαφνικά θα λύσει το μαλλί και θα αρχίσει να πετάει ένα ένα τα ρούχα. Κι εντάξει το κοριτσάκι στο βαθμό που μπορούσε ανταποκρίθηκε στο ρόλο του. Ετσι κι αλλιώς είναι αρκετά σεμνό για το είδος της εκπομπής που κάνει. Μόλις όμως γύρισε το πρόγραμμα στα τηλεφωνήματα από το κοινό, πήρανε τα ηνία οι επίσης μαυροντυμένες γεροντομπεμπέκες, κι αρχίσανε να ουρλιάζουνε όλες μαζί, να προσπαθούν να πείσουν για την ορθότητα των επιχειρημάτων τους και να τσακώνονται μεταξύ τους. Kι εκεί ξεχάστηκε κι ο Χριστόδουλος και το πένθος και η συγκίνηση και τα πάντα. Ηταν ανάγκη να έχει προηγηθεί όλος αυτός ο ψεύτικος πόνος;


Απέναντι πάλι, στο άλλο κανάλι, είχανε πάθει άλλη ζημιά. Γέννησε η Μενεγάκη και δεν μπορούσανε να χαρούνε. Ετοιμα τα είχανε τα βίντεο με εικόνες από τη ζωή της και από την οικογένειά της, και το link έξω από το Ιασώ για να τσιμπήσουνε τα νούμερα, αλλά με τι καρδιά να τα δείξεις;. Κι άντε και τα έδειξες; Τι έκανες; Μια τρύπα στο νερό. Οταν όλοι οι υπόλοιποι το παίζουνε πένθος και συγκίνηση για τον ιεράρχη, πού να φτουρήσεις εσύ με τα γεννητούρια; Τα παίξανε κι αυτοί στα γρήγορα τα γεννητούρια και το ξαναγυρίσανε στο καλαματιανό.


Κι όταν τελειώσανε τα πρωινάδικα είχαμε κι άλλες εκπλήξεις. Βγαίνει η Σκορδά στο Μπλα μπλα και ήτανε ντυμένη σαν χήρα. Με μαύρα ρούχα και με ελαφρύ μακιγιάζ. Βγαίνει και η άλλη η τσαπερδόνα η Τσιμτσιλή που πετάει το βυζί έξω πιο συχνά απ΄ ό,τι σεντράρει ο Βύντρα στο γάμο του καραγκιόζη με μια μαύρη μουσελίνα και το κουμπί κουμπωμένο μέχρι πάνω. Γυρνάω κι απέναντι στο Κους κους μία από τα ίδια. Σε μοβ πεθαμενί η Καραβάτου σε μαύρο κι άραχλο η άλλη η ξινή η Πατλάκη. Τις βλέπεις και μένεις κι εσύ με την απορία.

Τόσο βυζόμπαλο που διαθέτει η πρωινή και μεσημεριανή ζώνη πού διάολο κατάφερε και κρύφτηκε; Πώς το τιθασεύσανε; Κι όχι τίποτα άλλο αλλά μιλάμε τώρα για βυζί ελευθέρας βοσκής. Κι άμα το βυζί είναι ελευθέρας βοσκής δεν μπορείς να το κρατήσεις εγκλωβισμένο. Θα δώσει μία θα σπάσει το κουμπί και όπως θα πεταχτεί, αν τυχόν είσαι κοντά στην τηλεόραση μπορεί να βγει και έξω από το γυαλί και να σου σκάσει και κανα σκαμπίλι. Μη σου πω ότι μπορεί να σου βγάλει και κανα μάτι.
Kι όπως έλεγε και σε μια παράσταση πριν χρόνια ο Λαζόπουλος για τη Λιάνη: "Μια έγνοια έχω μόνο. Οπως κοιμάται με τον Ανδρέα, μην τυχόν τον πλακώσει καμιά μέρα μ΄ αυτά. Και δεν είναι ένα να σωθείς. Είναι δύο. Μπαμ - μπαμ. Σα να πέφτουνε πάνω σου τα Τέμπη!".

Κι αν αυτά όλα αφορούν την εικόνα να μη σου πω τώρα τι γίνεται όταν πάμε στα ρεπορτάζ για τις τελευταίες μέρες του Αρχιεπίσκοπου. "Οπως μας είπε άνθρωπος της Αρχιεπισκοπής", λέει η μία, "ο Χριστόδουλος στο Μαϊάμι άλλαξε τη διαθήκη του και τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες".

Μιλάμε τώρα δικιά μου, ότι το είχες αποκλειστικό! Εκατό sites, 10 εφημερίδες και τριάντα ραδιόφωνα τα έχουνε αναφέρει αυτά, αλλά εσύ χρειάστηκε να πιάσεις την πηγή σου μέσα στην Αρχιεπισκοπή για να το μάθεις. Αυτό θα πει να έχεις σωστό και εμπεριστατωμένο ρεπορτάζ!




Και μετά στο καπάκι η ζωντανή σύνδεση με την Μητρόπολη. Ο λαός λέει συρρέει στη Μητρόπολη για να αποτίσει φόρο τιμής. Και κάνουν ένα κοντινό και βλέπεις ένα τσούρμο γέρους να σπρώχνονται και να τραβιούνται ποιος θα μπει πρώτος σαν να είναι στην ουρά της στάσης και μόλις έχει φτάσει το λεωφορείο μετά από μιας ώρας καθυστέρηση. Ρε πάμε καλά; Εγώ ξέρω ότι ο πόνος είναι βουβός. Οταν πονάς, όταν συγκινείσαι, δεν έχεις στο νου σου πώς να κλέψεις στην σειρά ούτε τσακώνεσαι γι΄ αυτήν. Να λέει ο εκφωνητής, "ο κόσμος περιμένει υπομονετικά" κι εγώ να βλέπω τους αστυνομικούς να κάνουνε τραμπάλα προσπαθώντας να συγκρατήσουν τα πλήθη.


Κι εκεί που έχει κορυφωθεί η συγκίνηση το κλάμα και ο οδυρμός τσουπ πάμε για διαφημίσεις. Είχε βλέπεις κάνει break το αντίπαλο κανάλι. Και κόβεται το πένθος μαχαίρι και σούρχεται καπάκι ένας Γονίδης καψουρεμένος: "Σου χρειάζεται ένας άντρας που να μοιάζετε, να πονάς κι αυτός για σένα να μη νοιάζεται, να πονέσεις όπως πόνεσα κι εγώωωωωωωωωωωωω". Πένθος και καψούρα βαδίζουν χέρι χέρι στις αθάνατες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης.

Kι η πλάκα τώρα είναι ότι ακόμα δεν είδαμε τίποτα. Αύριο που είναι η μέρα της κηδείας να δεις τι έχει να γίνει. Και μετά ακολουθεί και το μαλλιοτράβηγμα για την διαδοχή. Ορεξη νάχεις και έχεις να δεις τσακωμούς από το κορακοσύννεφο που θα πάει γόνα.


Σάμπως όμως στο Ιντερνετ ήταν καλύτερα τα πράγματα; Μια περιήγηση να έκανες στη μπλογκόσφαιρα, θα έπηζε το μάτι σου στο Χριστόδουλο. Με τον τίτλο του ποστ να έχει απαραίτητα τις λέξεις - κλειδιά: Θάνατος και Χριστόδουλος. Εχουμε και μια επισκεψιμότητα να τσιμπήσουμε. Κι από όσα μπλογκς έβλεπες, ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτά που παρέθεταν μια γνώμη ρε παιδί μου, ένα σχόλιο, ένα συναίσθημα. Κόπια από τα ειδησεογραφικά sites είχαν κάνει τα περισσότερα την είδηση και το βιογραφικό του Αρχιεπίσκοπου. Τι να το κάνω ρε το βιογραφικό; Αμα θέλω το βιογραφικό στο μπλογκ σου θα έρθω; Στο μπλογκ σου έρχομαι για να μάθω πώς νοιώθεις. Την αίσθηση θέλω να αποκομίσω, την ατμόσφαιρα, όχι την είδηση. Την είδηση την ξέρω. Τουλάχιστον στα μπλογκς την επόμενη μέρα, χθες δηλαδή, αλλά και σήμερα, διορθώθηκε η κατάσταση. Για την τηλεόραση όμως δεν υπάρχει γιατρειά.


Κι εκεί που λέω ότι τα έχω δει όλα, έρχεται και η κεραμίδα από το blog του Allu fun Marx.

Toπ αναζήτηση της ημέρας λέει στο google ήταν δύο λέξεις, ανεξαρτήτως σειράς. Χριστόδουλος - αργία. Αργία - Χριστόδουλος. Αργία αργία αργία. Χριστόδουλος αργία, Χριστόδουλος. Ο αθάνατος υπάλληλος του ελληνικού δημοσίου χέστηκε για τον Χριστόδουλο. Η αργία τον νοιάζει μόνο. Τρεις μέρες σου λέει το πένθος έτσι κι αλλιώς θα υπολειτουργούμε (σάμπως τι κάνουνε τις υπόλοιπες ημέρες, αλλά λέμε τώρα...) άλλη μία η αργία της κηδείας, παίρνουμε και την Παρασκευή μια άδεια από τη σημαία τα κολλάμε στο
Σαββατοκύριακο και κάνουμε ένα 4ήμερο μούρλια.

Αυτοί είμαστε. Ο Τύπος βρήκε νέες σάρκες να ξεσκίσει, οι Νεοέλληνες βρήκαν αντικείμενο να εκτονώσουν την υποκριτική συγκίνησή τους (όχι όλοι, για να είμαστε και δίκαιοι), οι Ελληνες μπλόγκερς βρήκαν τρόπους να βελτιώσουν τα στατιστικά τους (επίσης όχι όλοι για να είμαστε και πάλι δίκαιοι) και οι δημόσιοι υπάλληλοι βρήκαν από το πουθενά ένα τετραήμερο μπουκιά και συχώριο να απολαύσουν.

Σε πάμε τελικά ρε Χριστόδουλε, όλοι σε πάμε!

Friday, August 31, 2007

Αυτοκριτική

Πατείς με πατώς σε λέει προσήλθαν οι
πληγέντες στις τράπεζες να πάρουν το επίδομα. Και από το συνωστισμό πήραν φωτιά τα
κλιματιστικά στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο του Πύργου και κλήθηκε η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Παρότι όμως ζήτησαν οι πυροσβέστες να εκκενωθεί ο χώρος κανένας από τους παρευρισκόμενους δεν βγήκε έξω για να μη χάσει την σειρά του. Πώς να βγούνε όμως; Οταν έχει καεί το σπίτι σου, το χωράφι σου, τα ζωντανά σου, το χωριό σου ολόκληρο, όταν έχεις βρεθεί να παλεύεις με 20 μέτρα φλόγα τι να σου πει μια φωτίτσα της πλάκας;

Το θέμα είναι άλλο. Οτι ακόμα και σ΄ αυτή την ιστορία που έχει ευαισθητοποιηθεί όλη η Ελλάδα που άνθρωποι δίνουνε από το υστέρημά τους (γιατί αυτή η βοήθεια των απλών ανθρώπων αξίζει να εκτιμηθεί περισσότερο) για να ανακουφίσουνε τους πληγέντες, έρχεται ο Ελληνάρας ο αναίσθητος, το λαμόγιο, ο αετονύχης, ο μαϊμού πυρόπληκτος και κοιτάζει πώς θα κοροϊδέψει τους υπαλλήλους για να εισπράξει το επίδομα. Και κάποιοι τα καταφέρανε κιόλας.

Λίγη τσίπα δεν υπάρχει ρε; Λίγο φιλότιμο δεν έχει μείνει σ΄ αυτόν τον τόπο;

Κάποια στιγμή πρέπει να δούμε τα πράγματα ρεαλιστικά και να ψάξουμε το κατά πόσο
φταίμε ο καθένας προσωπικά γι΄ αυτή την κατάσταση. Γιατί καλά τα χώσαμε στον Κωστάκη
που τα σκάτωσε όπως δεν τα έχει σκατώσει ποτέ κανείς, καλά τα χώσαμε στον Γιωργάκη που κοιτάζει σαν την ύαινα να αρπάξει ό,τι περισσέψει από το κουφάρι, καλά διαδηλώσαμε με σινιέ συνολάκι ή χωρίς, καλά καθίσαμε στον καναπέ μας ή στο κομπιούτερ μας και γράψαμε αναλύσεις περί των συμβάντων.

Πρέπει όμως να κάνουμε και την αυτοκριτική μας. Είμαστε εμείς οι ίδιοι σωστοί απέναντι στους άλλους και απέναντι στη φύση; Σεβόμαστε το περιβάλλον; Μαζεύουμε τα σκουπίδια μας όταν πάμε εκδρομή στη θάλασσα ή στο βουνό; Χρησιμοποιούμε τους κάδους ανακύκλωσης; Κάνουμε ορθολογιστική χρήση των συσκευών και των σπρέι που καταστρέφουν το όζον; Φωνάζουμε το φορτηγό να πετάξει τα μπάζα μας ή τα παρατάμε στο γειτονικό οικόπεδο, αλσύλλιο, δάσος, χωράφι κ.λπ. έτοιμο προσάναμμα για τη φωτιά; Καθαρίζουμε τα ξερόχορτα ή τα παρατάμε όπως είναι δίνοντας στην πυρκαγιά μια πρώτης τάξης ύλη για να θεριέψει; Αρνούμαστε να καταπατήσουμε εκτάσεις ή πετάμε τη σκούφια μας για ένα αυθαίρετο μέσα στο δάσος;

Κι όσο για τα χωριά και τις κοινότητες. Εχουν πυροσβεστικούς κρουνούς κι αν έχουν τους έχουν σε καλή κατάσταση; Εχει δώσει κανείς χρήματα από τις επιχορηγήσεις για να κάνει καμιά γεώτρηση; Εχουν φτιάξει αντιπυρικές ζώνες; Οχι στο δάσος, αυτό είναι δουλειά του κράτους. Αλλά γύρω από το χωριό τους. Εχουν κάνει τα απλά αυτονόητα πράγματα που μπορεί και πρέπει να κάνει ο καθένας για να προστατέψει τον τόπο του ή τα άφησαν όλα στην τύχη;

Αν καθένας μας ατομικά και όλοι μαζί ήμασταν σωστοί τότε δεν θα μπορούσε το κράτος ούτε να αδιαφορεί, ούτε να αυθαιρετεί. Σε μια χώρα - μπουρδέλο * το κράτος λογικό είναι να κάνει το νταβατζή.

Γι΄ αυτό δεν πήγα και στην σιωπηλή διαμαρτυρία. Γιατί έχω αδιαφορήσει για το περιβάλλον, γιατί συνήθισα στην μετριότητα και στον ωχαδερφισμό, γιατί ουδέποτε απαίτησα από το κράτος καλύτερες υπηρεσίες. Κι αυτοί που εκλέγονται είναι τελικά αυτοί που μου αξίζουν. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μέσα στην οποία επέλεξα να ζω. Εναντίον ποιανού λοιπόν να διαδηλώσω; Εναντίον του εαυτού μου;

* Ο Αποδυτηριάκιας πριν από χρόνια είχε σοβαρές ενστάσεις για το παραλληλισμό της Ελλάδας με το μπουρδέλο. Ενα μπουρδέλο, έγραφε, έχει τάξη. Εχει τις κοπέλες του, έχει την τσατσά του, έχει τον νταβατζή του. Ο καθένας έχει το ρόλο του, υπάρχει υποδομή, υπάρχει οργάνωση. Στην Ελλάδα επικρατεί το χάος και η αταξία. Από πού κι ως πού, έγραφε, λες την Ελλάδα μπουρδέλο; Προσβάλλεις το μπουρδέλο. Ρε, μπας και έχει δίκιο τελικά;

Saturday, August 25, 2007

Οι πυρκαγιές και η Εθνική μας Αμνησία

Σκηνές αποκάλυψης. Βιβλική καταστροφή. Κόλαση. Εθνική τραγωδία. Ημέρα πένθους. Οικολογική καταστροφή. Οικονομική καταστροφή. Πύρινη λαίλαπα. Η χώρα ζει τη δική της 11η Σεπτεμβρίου. Παρόλο που η ελληνική γλώσσα είναι τόσο πλούσια σε λεξιλόγιο, όλοι καταφεύγουν σε φράσεις - κλισέ, προκειμένου να περιγράψουν την κατάσταση που ζούμε από χθες το βράδυ. Ζούμε; Πώς μπορούμε να το ζήσουμε παρακολουθώντας από την ασφάλεια του σπιτιού μας τα όσα συμβαίνουν; Εχοντας κλείσει ερμητικά τα παράθυρα για να μην μπει μέσα η μυρωδιά από τη φωτιά του Υμηττού και με το air condition στο φουλ για να μην ζεσταινόμαστε.


Το ζουν πραγματικά μόνο αυτοί που βρέθηκαν/βρίσκονται στους τόπους της πυρκαγιάς.
Αυτοί που δεν ήξεραν πού να πάνε για να σωθούν γιατί δεν βρέθηκε κανείς να τους καθοδηγήσει. Αυτοί που έψαξαν τους δικούς τους και βρήκαν απανθρακωμένα πτώματα. Αυτοί που γύρισαν το πρωί στα σπίτια τους και βρήκαν αποκαϊδια. Αυτοί που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα χωριά τους. Που βλέπουν το απέναντι δάσος που αντίκριζαν μόλις άνοιγαν τα μάτια τους το ξημέρωμα να είναι απογυμνωμένο και κατάμαυρο. Πού πήγε τόσο πράσινο;
Πού πήγε τόση ομορφιά;




Βλέπω και τον πρωθυπουργό να κάνει διαγγέλματα. Προσωπικά μου είναι συμπαθής. Μου βγάζει μια ζεστασιά. Πώς όμως να τον δεις με συμπάθεια μια τέτοια στιγμή όταν σκέφτεσαι τα λάθη - τα επαναλαμβανόμενα λάθη - και τις παραλείψεις; Οταν σκέφτεσαι ότι έχει πλαισιωθεί από άτομα ανίκανα να λειτουργήσουν στοιχειωδώς, πόσο μάλλον να το καταφέρουν σε συνθήκες πίεσης;
Κι από την άλλη ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτός δεν μου είναι καν συμπαθής. Θέμα χημείας ίσως; Οταν τον είδα να επισκέπτεται τα καμένα και να απλώνει τα χέρια στην έκταση, θέλοντας να δείξει την απόγνωσή του, μου δημιούργησε αίσθημα οργής και γέλιου ταυτόχρονα. Αν είχε τα χέρια στην ανάταση και είχε γονατίσει κιόλας θα ήταν σαν την αφίσα του Platoon.
Θεωρώ ότι και οι δύο είναι ειλικρινείς όταν δείχνουν πως συμπάσχουν. Θα έπρεπε να είναι αναίσθητοι, αν δεν ένοιωθαν κάτι. Δεν μπορώ όμως να μην σκεφτώ πως στην άκρη του μυαλού τους βρίσκονται οι εκλογές και το πώς μπορούν να εκμεταλλευτούν επικοινωνιακά το γεγονός.




Βλέπω και τις σκηνές με τους κατοίκους να τρέχουν αλλόφρονες δεξιά και αριστερά με φόντο ένα λαμπαδιασμένο τοπίο. Είναι λοιπόν αλήθεια πως τα καλύτερα σενάρια τα γράφει η ίδια η ζωή. Λένε και ξαναλένε πως οι κάτοικοι και ειδικά οι ηλικιωμένοι αρνούνται να φύγουν από τα σπίτια τους και απορούν κιόλας γι΄ αυτό. Γιατί απορούν, αλήθεια; Πώς να φύγει ο γέρος και η γριά από τον τόπο που γεννήθηκε, τον τόπο που μεγάλωσε, τον μόνο τόπο που γνωρίζει καλά, που ξέρει ότι σ΄ αυτόν θα αφήσει την τελευταία του πνοή; Προτιμά να πεθάνει μαζί με το σπίτι και τα ζωντανά του. Ακουσα και τον Λαζόπουλο πριν λίγο. "Είναι φυσικό, λέει, μπορώ να το βεβαιώσω εγώ που μεγάλωσα στην επαρχία, πως ο χωρικός έχει ιδιαίτερη σχέση με τη γη του".

Βλέπω και τους πυροσβέστες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά. Ιδρωμένοι, καψαλισμένοι, χωρίς επαρκή μέσα, χωρίς επαρκείς γνώσεις. "Να πατάτε άσφαλτο". Αυτή είναι η εντολή που τους δίνουν οι ανώτεροί τους. Λογικό, αφού κανείς δεν τους έχει εκπαιδεύσει να επιχειρούν μέσα στο δάσος. Δυο μήνες τώρα αυτοί οι ταλαίπωροι δεν έχουν καταφέρει να ξαποστάσουν ούτε μια μέρα. Για τα 700 ευρουλάκια το μήνα στέλνονται κατευθείαν στην πρώτη γραμμή, πολλές φορές και στο θάνατο. Κι ο κόσμος να θυμώνει πολλές φορές μαζί τους. Να εξοργίζεται. "Δεν ήρθαν" λέει. "Μας άφησαν στο έλεος του θεού". Πού να πρωτοπάνε κι αυτοί. Πού να πρωτοπετάξουν και τα αεροπλάνα; Μετρημένα στα δάχτυλα τα "Καναντέρ". Τα μισά λέει είναι άχρηστα, τα άλλα μισά πετάνε και μερικά είναι "κινητές βόμβες". Δεν περισσεύουν λεφτά για τέτοιες αγορές. Ξεχάστηκαν κι οι δύο πιλότοι που έπεσαν με το "Καναντέρ". Ανθρώπινο λάθος ήταν, είπαν. Σε τι συνθήκες όμως; Δίκιο έχουν κι αυτοί. Δίκιο έχει κι ο κόσμος. Δεν τον νοιάζει που καίγεται το διπλανό χωριό. Το σπίτι του τον νοιάζει.



Βλέπω και τη φωτογραφία με την καμμένη χελώνα και σκέφτομαι πως αυτή τη φορά τα ζώα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Εδώ δεν είναι Πάρνηθα, άλλωστε. Εδώ υπάρχουν νεκροί. Κι η δική τους ζωή έχει λιγότερη αξία από αυτή των ανθρώπων, δεν μπορούν κιόλας να καθορίσουν με την ψήφο τους τη μοίρα αυτού του τόπου κι ας τους ανήκει περισσότερο από ό,τι ανήκει σε μας. Κι όμως, πόσα πουλιά, πόσα ζώα, από αυτά που κατοικούσαν ελεύθερα στα δάση και από τα άλλα τα κατοικίδια θυσιάστηκαν αυτό το διήμερο. Και δεν θα μάθουν το πώς και το γιατί ο παράδεισός τους έγινε στάχτη.

Κάνω και ζάπινγκ στα κανάλια. Περιέργως απουσιάζουν από τα πάνελ οι καλλιτέχνες - υποψήφιοι βουλευτές. Κακώς γιατί αυτοί λόγω επαγγέλματος την υποκριτική την παίζουν στα δάχτυλα, οπότε θα τους ήταν πιο εύκολο να δείξουν την συντριβή τους. Οχι ότι δεν τα καταφέρνουν καλά και οι πολιτικοί, ωστόσο. Χρόνια στο κουρμπέτι άλλωστε.

Διάβασα ότι το μίνιμουμ που θα απαιτηθεί να ξοδέψει ο κάθε υποψήφιος εθνοπατέρας δεν είναι λιγότερο από 150.000 ευρώ. Πόσοι από αυτούς θα ήταν διατεθειμένοι να τα δώσουν υπέρ των πληγέντων; Αλλά τι λέω τώρα;

Κάθε νέα σύνδεση και μια καινούργια πυρκαγιά ή μια αναζωπύρωση. Στην τηλεόραση ο Αδωνις να μιλάει για ξένα κέντρα από τα οποία δεχόμαστε επίθεση. Οι υποψήφιοι βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων να τρώγονται μεταξύ τους πάνω από τα αποκαϊδια.

Οι μεγαλοδημοσιογράφοι σε μαραθώνιες μεταδόσεις να αναλύουν, να επικρίνουν, να οργίζονται, να γίνονται τιμητές των πάντων. Στο μεσοδιάστημα ρίχνουν και ιδέες για τηλεμαραθώνιους, προκειμένου να ανακουφιστούν οι πληγέντες. Αυτό γνωρίζουν να κάνουν καλά, αυτό κάνουν. Πιο θλιβερή ανάμεσά τους η Μάρα Ζαχαρέα. Η θέση της, την υποχρεώνει να είναι αποστασιοποιημένη, η φύση της δεν της επιτρέπει να είναι αμέτοχη. Η εσωτερική της πάλη καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Κατάντια. Σχεδόν την λυπάμαι.

Δεν ξέρω αν τις φωτιές τις έβαλαν εμπρηστές. Δεν ξέρω αν τις έβαλαν ξένοι πράκτορες. Δεν ξέρω αν μπήκαν από αμέλεια. Μοιάζει όμως να είναι το δίκαιο αντίτιμο που εισπράττουμε για όλα τα χρόνια της αδιαφορίας που δείχνουμε όλοι μας, από τον απλό πολίτη μέχρι την πολιτική ηγεσία.

Ολα αυτά τα χρόνια της κακοδιαχείρισης - κι εγώ δεν αναφέρομαι στο "τώρα" ή στο "πριν"
αλλά βάζω το όριο 50 ολόκληρα χρόνια πίσω - η ηθική αλλά και η αγωγή του καθενός τελείωναν στα όρια του σπιτιού, της αυλής, του κτήματος, του οικοπέδου του.

Ολα αυτά τα χρόνια, ανάξιοι καταλαμβάνουν θέσεις σημαντικές, τα συμφέροντα και το
ρουσφέτι ζουν και βασιλεύουν και η μόνη έγνοια είναι μια θέση στη μονιμότητα του δημοσίου.
Τη σιγουριά του "μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, ο μισθός τρέχει".
Κι ας ζούμε εμείς οι πολλοί - οι μαλάκες - καθημερινά με την απειλή της απόλυσης.

Τουλάχιστον αφού προσλάβατε - και οι μεν και οι δε - όλα αυτά τα χρόνια τόσους και τόσους στο δημόσιο, δεν ήσασταν καν ικανοί να κάνετε προσλήψεις εκεί που υπήρχαν πραγματικές ανάγκες; Ούτε να τους διοχετεύσετε σε θέσεις που θα πιάσει η δουλειά τους τόπο ήσασταν ικανοί; Που θα μπορούν με μια στοιχειώδη εκπαίδευση να φανούν χρήσιμοι;

Ολα αυτά τα χρόνια δύο - τρεις οικογένειες κυβερνούν την Ελλάδα λες και η θέση τους είναι επιχείρηση, όπου ο πατέρας παραδίδει τη σκυτάλη στο γιο. Κι οι περισσότεροι τους χειροκροτούν και τους πριμοδοτούν γιατί κάτι έχουν να κερδίσουν.

Θα μου πεις τι τα λέω (γράφω) όλα αυτά; Σε λίγες μόλις ημέρες η Εθνική μας Αμνησία θα τεθεί ξανά σε λειτουργία και στις εκλογές αντί να ρίξουμε στις κάλπες μια μεγαλοπρεπή μούντζα, θα ψηφίσουμε σύμφωνα με τα συμφέροντά μας.

Το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου οι νικητές θα ανεμίζουν σημαιάκια, θα βγουν στους δρόμους με τα αυτοκίνητα και τις κόρνες σαν να πανηγυρίζουν την κατάκτηση του Euro 2004 και όλα θα είναι πάλι ωραία και καλά. Στη λήθη θα περάσουν κι αυτές οι πυρκαγιές μαζί με τις προηγούμενες και με όλα όσα έχουν συμβεί στο παρελθόν.

Ισως γι΄ αυτό λένε τελικά ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Πεθαίνει η αναισθησία;
Ακόμα και τώρα αν βγω έξω και κάνω καμιά βόλτα στην Αθήνα, είναι σίγουρο ότι τα μπαράκια και τα κέντρα θα τα βρω γεμάτα από κόσμο. Ετσι ...πενθεί ο Ελληνας.
Γλεντώντας, ρίχνοντας τη ζεϊμπεκιά του.

"Μόδα, καβάλα κι άρπα κόλλα". Μακράν ο πιο αντιπροσωπευτικός στίχος για την περιγραφή της σύγχρονης Ελλάδας.

Friday, August 10, 2007

Το 732 κι ο ΕυρωΠΕΟΣ οδηγός


Η σχέση μου με το λεωφορείο 732 είναι σχέση αγάπης και μίσους για λόγους που έχω εξηγήσει σε προηγούμενα ποστ. Οσο όμως κάθομαι και το σκέφτομαι, λέω τι μου φταίει το καημένο το
λεωφορειάκι; Εγώ που το μισώ τόσο δεν είμαι που χαίρομαι όταν το βλέπω να σκάει μύτη από τη γωνία; Οταν το βλέπω να έρχεται (ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ) έχω το ύφος του ερωτευμένου όταν φτάνει στο ραντεβού το ταίρι του! Για τέτοια λαχτάρα μιλάμε!
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι τα αυτοκίνητα. Το πρόβλημα είναι οι υπεύθυνοι της ΕΘΕΛ που
ξύνονται και οι οδηγοί που έχουνε ξεφύγει. Δεν ξέρω τι κάνουνε οι οδηγοί στις άλλες γραμμές, αλλά αυτοί του 732 ή που δεν έρχονται καθόλου, ή που αριβάρουνε όλοι μαζί ο ένας πίσω από τον άλλο. Τι διάολο κάνουνε στις αφετηρίες έτσι μου έρχεται να πάω μια μέρα να κόψω κίνηση. Το πιο πιθανό είναι να έχουνε στρώσει καμιά παρτίδα τάβλι και να πίνουνε τη φραπεδούμπα τους. Κι όταν τους καπνίσει καβαλάνε το λεωφορείο και κάνουνε και κανα δρομολόγιο για να μαζέψουνε και τα ...ζώα που τους περιμένουν στη στάση. Θα μου πεις αυτά τα έχω ξαναγράψει. Δεν το έχω ξεχάσει ότι τα έχω ξαναγράψει. Και δεν θα ασχολιόμουν ξανά αν δεν με τσάντιζε πριν δύο μέρες ένας Ελληνάρας οδηγός της συγκεκριμένης γραμμής. Ημουν κάπου μισή ώρα στη στάση, όταν μας έκανε την ...τιμή να εμφανιστεί με το λεωφορείο όπως είναι λογικό να είναι ήδη γεμάτο και να γεμίσει ακόμα περισσότερο στα Προπύλαια όπου το περίμενα κι εγώ. Τρίτη, 7 Αυγούστου, 19:45, λεωφορείο 732, αριθμός 95 στο παρμπρίζ. Αφού έριξα μερικά μπινελίκια (από μέσα μου) για την αργοπορία, κλασικά στριμώχτηκα με τους όρθιους. Μόλις στρίβει στη Στουρνάρη και σταματάει στη στάση, βλέπω από πίσω ένα δεύτερο 732. "Καλώς τα παιδιά" λέω (πάλι μέσα μου). Κορνάρει στον δικό μας και περνάει ακριβώς μπροστά μας στο φανάρι. Κόκκινο το φανάρι, κολλητά πίσω του κι εμείς. Σε μια φάση ακούω τον δικό μας να φωνάζει: "Aυτό δεν σου κάνει; Θέλεις το άλλο; Είχες λεωφορείο και στο Πακιστάν;".
Ανοίγει την μπροστινή πόρτα και μπαίνουνε δύο φουκαράδες. Ο ένας με χαμηλωμένο το κεφάλι προχώρησε προς τα πίσω και ο άλλος προσπαθούσε να του εξηγήσει με σπαστά ελληνικά: "Δεν το είδα, δεν το είδα".
Σιγά μη τον άκουγε ο Ελληνάρας. Τον έγραψε κανονικά και συνέχισε να φωνάζει: "Σώνει και καλά να μπεις στο άλλο λεωφορείο; Αυτό δεν σου κάνει; Ο άλλος βιάζεται, έχει αργήσει".
Και τότε κατάλαβα τι έπαιξε. Ο μπροστινός ήθελε να φύγει αέρας μπας και "μπαλώσει" το δρομολόγιο. Φύγανε - ως συνήθως - μαζί από το τέρμα και κάπως έπρεπε να σωθεί η παρτίδα. Οπότε δεν θα σταμάταγε στις στάσεις που δεν είχε αποβίβαση για να κερδίσει απόσταση και θα άφηνε τον δικό μας να μαζέψει από τη στάση όσους περίμεναν. Μικρά καθημερινά πράγματα δηλαδή.
Στην άκρη της γλώσσας το είχα να του φωνάξω: "Αν θέλει να μην αργεί ας φεύγει στην ώρα του" (ο άλλος οδηγός). Αλλά λέω δεν γ..ιέται. Αφού κανείς δεν μιλάει. Πάλι εγώ θα μιλήσω;
Αυτό όμως που μου την έδωσε περισσότερο δεν ήταν η αναισθησία των οδηγών του 732. Αυτή
είναι παροιμιώδης, την ξέρω πια και την έχω σχεδόν συνηθίσει. Αυτό που με τσάντισε ήτανε η συμπεριφορά στους Πακιστανούς. Πού να ξέρει ο άλλος ο φουκαράς ότι πίσω ήτανε το ίδιο ακριβώς λεωφορείο; Εσύ άμα δεις το λεωφορείο σου στη στάση θα κοιτάξεις ποιο είναι από πίσω; Να μπεις μέσα θα κοιτάξεις και δεν σε νοιάζει τίποτα άλλο.
Αλλά ο Ελληνάρας ξέρει τι κάνει. Φωνάζει γιατί ξέρει ότι σ΄ αυτή την κωλοχώρα όποιος φωνάζει θεωρείται ότι έχει και δίκιο. Ετσι πάει. Κερδίζει όποιος έχει την πιο δυνατή φωνή.

Ασε το άλλο. "Είχες - λέει - και στο Πακιστάν λεωφορείο;". Οπα ρε ο πολιτισμένος ΕυρωΠΕΟΣ! Που ξέχασε τα σκατά που έτρωγε στην Γερμανία ως <γκασταρμπάιτερ> (<φιλοξενούμενος εργάτης> με τη λέξη να έχει καταλήξει να θεωρείται βρισιά) και έγινε τώρα αφεντικό και έχει αποκτήσει κόμπλεξ ανωτερότητας.

Ρε ουστ! Θρασίμια!

Wednesday, June 13, 2007

Καλοκαιράκι και δίαιτες

Τι άγχος κι αυτό κάθε καλοκαίρι! Πώς θα βγούμε λέει στην πλαζ; Και να οι δίαιτες και να οι κρέμες αδυνατίσματος και να οι χαλάουες και να οι διαφημίσεις για τα χεστικά που άμα τα φας θα κάνει καλή λειτουργία το έντερο και θα μπορείς να βάλεις το μπικίνι. Αλλη μόδα κι αυτή με τα χεστικά. Εγώ μέχρι τώρα χεστικά ονόμαζα όλα αυτά τα περιοδικά και τις εφημερίδες που είχα στο μπάνιο για να διαβάζω και να περνάει ευχάριστα η ώρα. Κι άμα ξέμενα από αυτά διάβαζα μέχρι και τις ετικέτες από τα μπουκαλάκια με τα αφρόλουτρα και τα σαμπουάν. Μιλάμε τώρα έτσι και δεν είχα πάθαινα στερητικό σύνδρομο. Ασε που η τουαλέτα ήταν πηγή έμπνευσης. Εχω διαβάσει ιστορία και φυσική στην τουαλέτα την εποχή που πήγαινα στο λύκειο άλλο πράγμα. Και η πλάκα είναι ότι η αφομοίωση ήταν απόλυτη. Τώρα τα χεστικά αλλάξανε χώρο και προορισμό. Αντί για το μπάνιο τα έχεις στην κουζίνα. Κι αντί να τα διαβάζεις τα τρως. Για να έχεις λέει υγιή οργανισμό. Αλλο θέμα όμως αυτό. Τι έλεγα; Α, για το μπικίνι έλεγα που άμα δεν καταφέρεις να το φορέσεις το καλοκαίρι λόγω κιλών και φορέσεις ολόσωμο έχεις υποπέσει σε αμάρτημα μεγαλύτερο κι από της καλόγριας στο γνωστό ανέκδοτο που πριν συναντήσει στο δρόμο την σούπερ ξανθιά γκόμενα πίστευε ότι αυτό που της έδινε ο Ιγνάτιος να γλείφει ήτανε γλιφιτζούρι. Κι από την άλλη έχεις τα παγωτά να στα δείχνουνε λαχταριστά λαχταριστά να τα τρώει η τύπισσα και να κυλάει το σιρόπι από τα χείλη και να σου τρέχουνε τα σάλια. Και να τα ξυλάκια με την επίστρωση σοκολάτας και να οι σούπερ πύραυλοι και να τα κυπελλάκια με τα αμύγδαλα και τα βύσσινα. Χώρια τώρα οι χυμοί και τα αναψυκτικά. Nα μη μιλήσουμε τώρα για τα ρεπορτάζ από την παραλία. Εδώ που τα λέμε απ΄ αυτά καταλαβαίνεις ότι ήρθε το καλοκαίρι. Μόλις δεις κώλο ξαπλωμένο στην αμμουδιά ξέρεις ότι ήρθε η ώρα για μπάνια. Και είναι όλοι οι κώλοι ένας κι ένας. Ούτε ίχνος χαλάρωσης, ούτε ίχνος κυτταρίτιδας. Υπολογισμένα τα έχουνε για να ψαρώνουνε οι υπόλοιπες και να πέφτουνε με τα μούτρα στην προσπάθεια. Τι νομίζεις; Τα κανάλια από τις διαφημίσεις ζούνε. Αμα δείχνουνε τους τέλειους κώλους, θα διαφημίσει ο άλλος στο καπάκι το ινστιτούτο αδυνατίσματος για να ρίξεις τα περιττά. Θα μου πεις τώρα τι θες να δείξουνε; Καμιά Ορκα που εξώκειλε; Δεν λέω αυτό. Αλλά χάθηκε ρε παιδί μου η μέση οδός; Καλοκαιράκι μπήκε. Αφήστε ρε τον κόσμο να ξαλεγράρει και μη τον ζαλίζετε με ένα σωρό διαφημίσεις για το πώς θα φτιάξει την τέλεια κορμάρα που θα τους ρίξει όλους ξερούς μόλις βγει στην παραλία. Κι εδώ που τα λέμε κι εδώ ακόμα υπάρχει ρατσισμός. Είδες εσύ καμιά διαφήμιση για να χάσει κανας χοντρός τα κιλά του που βγαίνουνε όλοι με τους σκεμπέδες έξω και άμα τους δεις από μπροστά δεν ξέρεις αν φοράνε μαγιό ή κάνουνε γυμνισμό σε δημόσια πλαζ; Οχι. Γι΄ αυτούς είναι όλα καλά καμωμένα. Μόνο οι χοντρές ρίχνονται στο πυρ το εξώτερον. Οι γυναίκες τρώνε τη λέζα. Θα μου πεις από την άλλη αφού αυτές μασάνε και θέλουνε να αρέσουνε και τρέχουνε στα γυμναστήρια και τις κλινικές καλά να πάθουνε.
Κι εγώ δεν λέω. Να πάνε στα γυμναστήρια, αλλά να πάνε όσες έχουνε αντικειμενικό πρόβλημα. Οι υπόλοιπες τζάμπα κουράζονται. Ασε που πρέπει να έχεις και αυτογνωσία. Αμα είσαι 1.50 με σιλουέτα αχλάδι, ό,τι και να κάνεις η Σβετλάνα του 1.80 με την κορμάρα δεν μπορείς να γίνεις. Απλά πράγματα...

Thursday, May 10, 2007

Λεωφορεία - <λαο-φορεία>


Ανέκαθεν η σχέση μου με τα λεωφορεία ήταν δύσκολη. Τα μίσησα από τα 11-12 χρόνια μου όταν η μάνα μου είχε τη φαεινή ιδέα να πάω Γυμνάσιο στον Κολωνό, παρόλο που μέναμε στο Περιστέρι. Ετσι βρέθηκα να ξυπνάω νωρίτερα από ό,τι ήθελα (και άντεχα), γιατί έπρεπε να υπολογίσω και την απόσταση που έπρεπε να διασχίσω με το λεωφορείο. Εξυπακούεται πως το λεωφορείο ερχόταν γεμάτο στην στάση που το περίμενα (ήταν μόλις η 2η, σε ένα σύνολο 9 ή 10 στάσεων, δεν θυμάμαι ακριβώς γιατί ποτέ δεν το πήρα μέχρι το τέρμα του), αφού ένα σωρό αγουροξυπνημένοι Ελληνες πήγαιναν εκείνη την ώρα στη δουλειά τους. Εχω φάει πάστωμα στα λεωφορεία που δεν λέγεται. Τις παλιές - κακές - εποχές με τον εισπράχτορα που φώναζε συνεχώς <προχωρείστε μπροστά> δεν θυμάμαι να κατάφερα μία ημέρα στα έξι χρόνια που πήγα Γυμνάσιο - Λύκειο να κάθισα στη διαδρομή προς το σχολείο. Ετσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν άδειαζε κάποια θέση προτεραιότητα είχαν οι ηλικιωμένοι και μετά οι μεσόκοποι. Πού να διανοηθούμε να τους παρακάμψουμε. Ενας δυο που το είχαν κάνει κάποιες φορές, δεν το ξανατόλμησαν μετά από το κράξιμο που έπεσε (<κάθονται οι μαθήτριες και μένουν μεγάλοι άνθρωποι όρθιοι>).Οχι όπως τώρα που ο πιτσιρικάς αράζει στην καρέκλα αν την βρει μπροστά του διαθέσιμη αδιαφορώντας αν κάποιος άλλος την έχει περισσότερη ανάγκη. (Μεγάλο θέμα αυτό, δεν το ανοίγω εδώ, είμαι πάντως κάπου στη μέση). Το μεσημέρι, ίδια γεύση. Το λεωφορείο ερχόταν γεμάτο από την Ζήνωνος, οπότε πάλι καμία πιθανότητα να βρεθεί θέση και το ίδιο ίσως και περισσότερο πάστωμα. Και να σκεφτεί κανείς ότι έπαιρνα το λεωφορείο από Περιστέρι, κατέβαινα Κολωνό, <στάση Κίκιζα> θυμάμαι την έλεγαν και κατηφόριζα για την Ακαδημία Πλάτωνος όπου ήταν το 7ο Γυμνάσιο - Λύκειο (πριν αποφοιτήσω έγινε 27ο, τώρα δεν ξέρω αν διατηρεί αυτό το όνομα), οπότε τον ποδαρόδρομο τον είχα και στην επιστροφή, μέχρι να φτάσω στη στάση. Ηταν δε το λεωφορείο μου, το χειρότερο από όλα (αυτό είναι μια ...παράδοση που με ακολουθεί μέχρι τώρα). Είχε τον αριθμό <11>, ήταν η γραμμή <Ζωοδόχος Πηγή - Μπουρνάζι> και η αναλογία του με τα υπόλοιπα ήταν 1 προς 3. Για κάθε 3 δηλαδή λεωφορεία που περνούσαν για Ανθούπολη, Κηπούπολη, Λόφο Αξιωματικών κ.λπ., περνούσε ένα <11>. Είχαμε βγάλει μάλιστα και στιχάκι που τραγουδούσαμε στο ρυθμό του <είμαστε δυο, είμαστε τρεις>. <Είμαστε δυο, είμαστε τρεις, του ``11΄΄ ομοιοπαθείς>. Τελευταίο σε συχνότητα έλευσης, τελευταίο και σε εκσυγχρονισμό. Κάπου Τρίτη Γυμνασίου πρέπει να πήγαινα τότε που είχαν φέρει κάτι καινούργια λεωφορεία, ουγγαρέζικα ήταν νομίζω, τα πρώτα χωρίς εισπράχτορα και με ένα κουτί όπου επαφιόταν στην τιμιότητά σου να ρίξεις μέσα το σωστό αντίτιμο για το εισιτήριο. Ολες οι γραμμές για το Περιστέρι απέκτησαν καινούργια λεωφορεία πριν από τη δική μας. Το <11> τελευταίο και καταϊδρωμένο. Ούτε όταν όλα τα λεωφορεία άλλαξαν αριθμό, έγινε κάτι. Το <11> μετατράπηκε σε <730> αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μας καταστρέψει το στιχάκι.
Οταν τελείωσα το Λύκειο και μπήκα στο Πανεπιστήμιο τα πράγματα καλυτέρεψαν, κάπως. Οχι επειδή διορθώθηκε η συγκεκριμένη γραμμή, αλλά επειδή η σχέση πάθους μου με τη σχολή μου (Νομική) κράτησε μόλις δύο - τρεις μήνες. Ηταν και πολύ μακριά από την Ζήνωνος η σχολή, δεν τρελαινόμουν και για το περπάτημα, δεν υπήρχε ακόμα κάποια δεύτερη γραμμή που να έχει στάση πιο κοντά στη Σόλωνος, γραμμή τρόλεϊ δεν είχε μπει στο Περιστέρι (ακόμα...), οπότε έκοψα τα λεωφορεία σχεδόν μαζί με τη σχολή και άρχισα να χρησιμοποιώ ως επί το πλείστον ταξί. Θα μου πεις το ταξί δεν ταιριάζει ακριβώς με τη φοιτητική ζωή, αλλά ποιος είπε ότι έζησα φοιτητική ζωή; Ισως σε μια άλλη πόλη, κάποια άλλη χρονική στιγμή. Στην Αθήνα πάντως όχι. Και σίγουρα όχι εγώ.
Κάποια στιγμή, όταν συμβιβάστηκα με το γεγονός ότι δεν θα πάρω πτυχίο, έψαξα για δουλειά. Ατυχία κι εδώ όμως. Η δουλειά μου ήταν ακόμα πιο ψηλά από τη Νομική. Προς το Κολωνάκι. Οπότε ταξί και άγιος ο Θεός. Αλλο μεγάλο κεφάλαιο η συναναστροφή μου με τους ταξιτζήδες. Μπορώ να γράψω βιβλίο γι΄ αυτήν. Κάποια στιγμή απέκτησα αυτοκίνητο. Το τόλμησα από την πρώτη σχεδόν στιγμή να ανεβαίνω στο κέντρο μ΄αυτό. Η δουλειά μου ήταν μεσημεριανή και έτσι κάθε μεσημέρι ξεκινούσα με την ελπίδα πως θα βρω θέση, αφού κάποιοι σχολούσαν, κάποια μαγαζιά έκλειναν κ.λπ. Εδώ ισχύει βέβαια το <κάθε πέρσι και καλύτερα>. Χρόνο με το χρόνο γινόταν όλο και δυσκολότερο να βρω θέση. Τα απαγορευτικά ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Θέση για βουλευτή εδώ, θέση για υπουργείο εκεί, θέση για ανάπηρο παραπέρα. Αν το ελληνικό κράτος έδειχνε για τους ανάπηρους την ίδια ευαισθησία που έδειχνε το Υπουργείο Συγκοινωνιών για να τους εξασφαλίσει μια θέση πάρκινγκ, τότε θα είχαμε το τέλειο ιατροφαρμακευτικό σύστημα περίθαλψης. Ναι, σωστά καταλάβατε, πιστεύω πως οι μισές από τις θέσεις πάρκινγκ που υποτίθεται ότι είναι για τους ανάπηρους στο κέντρο της Αθήνας, είναι θέσεις <μαϊμού>. Κουτσά - στραβά πάντως και αφού είχα βρει τρεις φορές το αυτοκίνητο τρακαρισμένο εκεί που το είχα παρκάρει
(μόλις μία φορά μου άφησαν χαρτί με τα στοιχεία τους) θέσεις έβρισκα. Μία κλήση είχα πάρει μόνο όλα αυτά τα χρόνια κι αυτή επειδή είχα δεν είχα τηρήσει μια απόσταση πέντε (!) μέτρων από την διάβαση πεζών (πολλά δεν είναι πέντε μέτρα;). Και ύστερα... Υστερα δεν ήρθαν οι μέλισσες. Ηρθαν οι ελεγχόμενες θέσεις στάθμευσης. Τρεις ώρες λέει και πολλές σου είναι για να κάνεις τη δουλειά σου στην Αθήνα. Αν θες παραπάνω χρόνο, θα πάρεις το αυτοκίνητο και θα το μετακινήσεις σε άλλη θέση. Μα καλά, αναρωτιέσαι, κι αυτοί που δουλεύουν παραπάνω ώρες τι θα κάνουν; <Και ποιος σου είπε ότι το σύστημα φτιάχτηκε για αυτούς που δουλεύουν στο κέντρο;>, έρχεται η απάντηση. <Φτιάχτηκε για αυτούς που έχουν να κάνουν ψώνια, επίσκεψη σε γιατρό, ή οφθαλμόλουτρο στις καφετέριες του Κολωνακίου>. Οπότε; Οπότε το αυτοκίνητο παρκαρισμένο κάτω από το σπίτι (εδώ που τα λέμε δεν συμφέρει να το μετακινείς από εκεί γιατί άντε να ξαναβρείς θέση κοντά)
και ξανά μανά λεωφορείο. Στο μεταξύ, είχα μετακομίσει από το Περιστέρι στα Σεπόλια. Το <730> έγινε <732> αλλά η ...παράδοση ακατάρριπτη. <Αγιος Φανούριος - Ζωοδόχος Πηγή> η ονομασία, αλλά οι ίδιες συνήθειες. Αναλογία 3 προς 1. Τρία <608> (Γαλάτσι) ένα <732>. Τις πρώτες μέρες δεν ήταν έτσι. Το λεωφορείο ερχόταν αρκετά γρήγορα και σχετικά άδειο στη στάση μου. Ποιος θα ανεβεί καταμεσήμερο στην Αθήνα, εκτός από αυτούς που δούλευαν το πρωί στο Περιστέρι; Και φαίνεται πως δεν ήταν πολλοί. Η διαδρομή βολική. Κατέβαινα στην Ακαδημίας, στην Εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, έπαιρνα το <022> που πήγαινε Κολωνάκι, κατέβαινα Κανάρη και αντί για ανηφόρα (είμαστε πια και κάποιας ηλικίας...) είχα μόνο μια μικρή κατηφόρα. Αν δηλαδή ανάμεσα στην στάση <Ακαδημία> και την Βασιλίσσης Σοφίας υπήρχε και μια ενδιάμεση στάση δεν θα χρειαζόμουν δεύτερο λεωφορείο. Οπως δεν χρειαζόμουν στην επιστροφή. Η στάση <Οφθαλμιατρείο> που έκανε το <732> με βόλευε μια χαρά όταν γύριζα σπίτι. Ενιωθα ότι ξαναζούσα τα φοιτητικά μου χρόνια. Ολα μου φαίνονταν ιδανικά. Καθαρό το λεωφορείο, ευγενικοί οι οδηγοί (ομολογώ ότι εξακολουθούν να είναι ευγενικοί στην πλειοψηφία τους, τουλάχιστον στην δική μου γραμμή και την αλήθεια οφείλω να την πω), άδεια θέση απαρέγκλιτα είτε στο <πήγαινε> είτε στο <έλα>. Μωρέ λέω, λες να γίναμε Ευρωπαίοι και εγώ να μη το κατάλαβα; Είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ που άρχισα να την ψάχνω να πηγαίνω με λεωφορείο σε όλες μου τις δουλειές. Μπαίνοντας τυχαία μια μέρα στο site της ΕΘΕΛ για να δω μια διαδρομή, συμπλήρωσα ένα ερωτηματολόγιο για το πώς μπορούν οι αστικές συγκοινωνίες να γίνουν ακόμα καλύτερες. Τι ζήτησα; Αυτό που επισήμανα παραπάνω. Να μπει μια ενδιάμεση στάση, κάπου στη Βουκουρεστίου, αφού θεωρούσα ότι είναι πολύ μεγάλη η απόσταση από Ακαδημία μέχρι Βασιλίσσης Σοφίας, την στιγμή που στην επιστροφή οι στάσεις έχουν κοντινότερη απόσταση. Εδωσα και στοιχεία, ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο. Δεν μου τηλεφώνησαν ποτέ. Τις απαντήσεις μου πάντως φαίνεται πως τις έλαβαν ...υπόψιν τους. Τρεις εβδομάδες μετά, κατάργησαν την στάση <Οφθαλμιατρείο> και μας κατέβασαν στο Πανεπιστήμιο. Σου λέει αφού τα καταφέρνουν στο ανέβασμα τόση απόσταση χωρίς στάση, δεν θα τα καταφέρουν στο κατέβασμα; Και στην τελική ΝΑ κι αν τα καταφέρουν ΝΑ κι αν δεν τα καταφέρουν. Από τότε άρχισε ο Γολγοθάς. Το αγαπημένο μου λεωφορείο άρχισε να αργεί απίστευτα. Κι όταν ερχόταν όπως είναι φυσικό ήταν γεμάτο. Και στο <πήγαινε> και στο <έλα>. Για τις μέρες που έχει πορεία, τις καθιερωμένες Πέμπτης δηλαδή και όποτε άλλοτε ήθελε προκύψει, δεν το συζητάω. Το <ακριβό μου 732> είναι λίγο σνομπ. Ακριβοθώρητο και φίρμα. Βγαίνει στο δρόμο πιο σπάνια και τελευταίο από όλα τα άλλα. Μπορεί η πορεία να έχει λήξει πάνω από ώρα, αλλά αυτό από Χαλκοκονδύλη στρίβει αριστερά. Δεν ανεβαίνει Κάνιγγος λες και υπάρχει ναρκοπέδιο και φοβάται μη το πατήσει. Μια φορά τόλμησα να διαμαρτυρηθώ σε ένα σταθμαρχείο, όταν είδα ότι τα άλλα ανεβαίνουν κανονικά και με άρχισαν στο δούλεμα: <Για να μην ανεβαίνει, τέτοιες εντολές θα έχει>. Τώρα πώς γίνεται να έχει μόνο αυτό τέτοιες εντολές; Αγνωστο. Ισως έχει κάνει κάτι η συγκεκριμένη γραμμή και την βάζουν τιμωρία. Κι αφού κουτσά στραβά - και καθυστερημένα... - φτάνω το μεσημέρι στη δουλειά το βράδυ τα πράγματα είναι χειρότερα. Το βράδυ που νυχτώνει απλώνεται τριγύρω ο <νόμος 732>. Είτε θα έρχονται τρία - τρία (δεν κάνω πλάκα, τρία - τρία, όχι δύο - δύο) είτε δεν θα έρχονται καθόλου. Μέση κατάσταση δεν υπάρχει. Αφού έχω μια υποψία, πως οι οδηγοί κάπου τα πίνουνε σε καναν καφενέ στο τέρμα, παίζουνε και καμιά παρτίδα και μετά ξεκινάνε όλοι μαζί, κονβόι.
Και αφού πιάσαμε τα έξω, ας πιάσουμε και τα μέσα. Γιατί εδώ ισχύει το απέξω πανούκλα και από μέσα πανούκλα. Δεν ξέρω από πού προέρχονται τα συγκεκριμένα λεωφορεία. Κάπου άκουσα ότι είναι ουκρανικά αλλά δεν παίρνω και όρκο. Ουκρανικά δεν ξέρω αν είναι, για Ουκρανούς πάντως πρέπει να έχουνε φτιαχτεί. Για να καταφέρεις να πιάσεις τη χειρολαβή χωρίς να ξεχεριαστείς πρέπει να είσαι πάνω από 1.80. Και καθώς Ουκρανοί δεν συχνάζουν στην Ελλάδα και όσες Ουκρανές ζουν και δουλεύουν στην Ελλάδα πολύ δύσκολα θα πάρουν το λεωφορείο, απομένουν οι Ελληνες, κάποιοι Πακιστανοί και Αλβανοί να ταλαιπωρούνται (τους Κινέζους δεν τους υπολογίζω είναι χαμένοι από χέρι, ενώ οι περισσότεροι Αφρικανοί που έχω δει εγώ τουλάχιστον στο λεωφορείο, είναι ευτυχώς γι΄ αυτούς ψηλοί). Είπαμε ρε παλικάρια ότι η τωρινή γενιά Νεοελλήνων είναι και καλύτερη και ψηλότερη, αλλά στο λεωφορείο κυκλοφορούνε και άλλες γενιές. Κυκλοφορούνε κι άλλες φυλές. Κυκλοφορούνται και γερόντια. Αυτό είναι το χειρότερο. Γιατί καθώς τα παπούδια και οι γιαγιάδες δεν φτάνουν τις χειρολαβές (και ψηλοί να είναι, έχουνε σκεβρώσει πια...) στριμώχνονται εκεί που υπάρχουνε σίδερα. Προπάντων η ασφάλεια. Η σιγουράντζα.
Γαντζώνονται εκεί τρεις τέσσερις μαζί στις τρεις πόρτες, σφίγγονται κιόλας γιατί ξέρουν καλύτερα από τον καθένα ότι ο γέρος ή από χέσιμο θα πάει ή από πέσιμο (κι σου λέει αφού ελέγχουμε - έτσι νομίζουν... - το ένα ας απομακρύνουμε την πιθανότητα για το άλλο) κι άντε μετά εσύ να βγεις και να μπεις. Βάλε τώρα στο ζύγι και την κλασική γαϊδουριά πολλών που γουστάρουνε την βολή τους και δεν μετακινούνται ούτε ίντσα για να σε διευκολύνουνε κι έχεις το τέλειο <λεωφορειακό> σκηνικό. Πίτα στις πόρτες, άδειο ενδιάμεσα και κάποιοι τυχεροί στα καθίσματα. Τα καθίσματα. Αλλη πονεμένη ιστορία. Φτιαγμένα κι αυτά για τον γίγαντα Γκρισίνο. Ετσι και κάνει το τραγικό λάθος να σκαρφαλώσει (ναι, περί αναρρίχησης πρόκειται) κανας μικροκαμωμένος τύπος, δεν υπάρχει περίπτωση να ξανακατέβει γλιτώνοντας τη θλάση. Μιλάμε τώρα τύφλα νάχει η φετινή ΑΕΚ! Αφού οι περισσότεροι αποθαρρύνονται και δεν το επιχειρούν καν. Δεν είναι μόνο άβολο. Ούτε μόνο επικίνδυνο. Είναι και αστείο. Και σου λέει ο άλλος ας μη γίνω νούμερο τώρα για δυο - τρεις στάσεις. Ας κάνω υπομονή. Επειτα είναι και το άλλο. Οι μισές θέσεις είναι ανάποδα. Πα να πει έτσι και ζαλίζεσαι τις έχεις απορρίψει από χέρι γιατί αν κάτσεις μέχρι να φτάσεις σπίτι σου έναν ίλιγγο τον έχεις στο τσεπάκι. Μιλάμε τώρα ότι από όλες τις θέσεις καθήμενων ζήτημα να είναι βολικές πέντε - έξι. Οι δύο μονές, άντε και άλλα δυο ζευγάρια στη μέση. Βάλε τώρα με το νου σου με βάση τη συχνότητα που έρχονται τα λεωφορεία και τον κόσμο που περιμένει να μπει πόσο πιθανό είναι να πιάσεις αυτές τις ελάχιστες προνομιούχες θέσεις. Λιγότερες κι από το να βρεις εισιτήρια για τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ της Αθήνας.
Αυτά τα ...πολλά και θα επανέλθω...

Tuesday, May 8, 2007

Γιαγιά - <σκοτώστρα>

Γυρνούσα χθες από τη δουλειά στο σπίτι κι όπως καθόμουν μέσα στο λεωφορείο, από την δεξιά πλευρά, βλέπω ένα αμάξι - τούρμπο να διασχίζει κάθετα το δρόμο μας λες και ήτανε ελεύθερος. Οπα, λέω, την κάτσαμε. Πατάει φρένο ο οδηγός μας αλλά πού να προλάβει; Χτυπάει το αμάξι περίπου στο κέντρο, λίγο πίσω από τη θέση του οδηγού και με το τράκο το γυρίζει και το φέρνει ακριβώς μπροστά του μούρη με μούρη. Σαν ερωτευμένα πιτσουνάκια μοιάζανε. Οι μισοί ούτε που καταλάβανε τι έγινε. Ας όψονται τα νέα λεωφορεία με τις ανάποδες θέσεις. Μπορείς να πας στον άλλο κόσμο και δεν θα καταλάβεις ούτε από τι πήγες. Ανετος κι αμέριμνος. Οι άλλοι δε, οι όρθιοι πήγανε μια βόλτα μέχρι το μπροστινό τζάμι και γυρίσανε. Πάλι καλά που δεν κολλήσανε στο παρπρίζ σαν χαλκομανίες. Σηκώνεται ο φουκαράς ο οδηγός ταραγμένος και αφού βεβαιώνεται ότι δεν χτύπησε κανείς, ανοίγει τις πόρτες για να βγει και να βγούμε έξω. Κάτω χαμός. Σεξ και βία. Γυαλιά από δω, γυαλιά από εκεί, ένας προφυλακτήρας εδώ, μισός προφυλακτήρας παραπέρα, φανάρια σπασμένα. Ψάχνουμε για τον οδηγό του αυτοκινήτου, βλέπουμε μόνο στη θέση του συνοδηγού μια γριά με μαύρα να κρατάει το κεφάλι της. Η πόρτα του οδηγού ανοιχτή και παραπέρα μια άλλη γριά χωρίς μαύρα αυτή, με μια τσάντα στο χέρι να απομακρύνεται στο δρόμο. Τέσσερα μέτρα πιο κάτω ήτανε η στάση και ένα καφενείο κι αυτοί που βρισκόντουσαν εκεί τα είδαν όλα. <Αυτή είναι η οδηγός> φωνάζουνε, δείχνοντας τη γριά που απομακρυνόταν. Μιλάμε τώρα ότι οι δυο γριές μαζί ήτανε κοντά οχτακοσίων χρονών. Κοντράρανε στα ίσια το άθροισμα ηλικίας των παικτών της Μίλαν. Για τόσο πουρά μιλάμε. Φορούσε δε ένα μαύρο γυαλί, σαν τον Φωτόπουλο στην <κάλπικη λίρα>. <Αόμματος!>.
Ποιος ξέρει; Δεν κατάλαβε τι έγινε; Φρικάρισε με το τράκο και πήγε να φύγει; Την φέρνουνε πίσω, κοιτάζει την άλλη που είχε χτυπήσει, την γράφει κανονικά. Ούτε που την ένοιαξε ότι εξαιτίας της η άλλη, παραλίγο να πάει να κάνει παρέα στο μακαρίτη. Φέρνει η γριά ένα γύρο το αμάξι που είχε γίνει το μαύρο του το χάλι, μπρος, πίσω, δεξιά, αριστερά, ακουμπάει πάνω του και αρχίζει να το κλαίει κουνώντας το κεφάλι. <Τι το κλαις;>, της φωνάζει κάποιος. <Σάμπως, θα το ξαναοδηγήσεις; Θα στο πάρουνε το δίπλωμα>. Θα μου πεις τώρα εκεί είναι το θέμα; Οτι θα της το πάρουνε; Το θέμα είναι πώς της το δώσανε. Αν της το δώσανε. Μιλάμε τώρα ότι αυτή θα πρέπει να είχε βγάλει το δίπλωμα το ...1920.
Χαμένα τα είχε η γριά, χαμένα τα είχε κι ο οδηγός του λεωφορείου, χαμένα τα είχαμε κι εμείς.
Οσο νάναι ρε παιδί μου, άμα γίνει ένα τροχαίο και δεις ότι δεν έπαθες τίποτα και δεν φταις κιόλας, το πρώτο που θα κάνεις είναι να μπινελικώσεις τον άλλο που φταίει. Στη γριά όμως τι να πεις; Να την πιάσεις από το πέτο; Να την τραβήξεις από το μανίκι; Σαλταρισμένη ήτανε έτσι κι αλλιώς. Ποιος ξέρει τι σκέφτηκε. Οτι θα προλάβει να διασχίσει το δρόμο πριν φτάσει το λεωφορείο; Ο αίλουρος! Που νόμιζε ότι έχει αντανακλαστικά εφήβου. Πάλι καλά που τράκαρε με το λεωφορείο. Αμα ήτανε κανα μηχανάκι θα το είχε στείλει αδιάβαστο το παιδάκι που θα ήτανε επάνω. Και να πεις ότι δεν είχε στοπ ο δρόμος που βγήκε; Τεράστιο και καθαρό. Ούτε δέντρα το κρύβανε, ούτε κολόνες ούτε τίποτα. Σάμπως όμως θα το είδε και το στοπ με το ματομπούκαλο που φόραγε; Ερχεται σε λίγο η Τροχαία. Εκεί να δεις φάση. Επρεπε να βγάλω το κινητό να τραβήξω τη φάτσα του αστυνομικού μόλις συνειδητοποίησε ότι το αμάξι το οδηγούσε η γριά. Βάζει το αμάξι στην άκρη (πού να εμπιστευτούνε τη γριά να το πάει παραπέρα;) και μετά ζητάει μαρτυρίες για το τι έγινε. Αλλο γέλιο εκεί. Ο πρώτος που πάει για μάρτυρας ήτανε ένας θαμώνας του καφενείου. Με το ένα μάτι βασιλεμένο και το άλλο αλλήθωρο, σαν τον Γύλο, τον ήρωα που υποδυόταν ο Αυλωνίτης στη <Σωφερίνα>. Είμαι περίεργη θα τον καλέσουνε αυτόν να τους πει τι είδε; Τέλος πάντων δώσανε εκεί δυο - τρεις κατάθεση, δώσανε και τα στοιχεία τους, περιμένουμε κι εμείς να ξαναμπούμε στο λεωφορείο να φύγουμε. Αμ δε! <Το επόμενο λεωφορείο - λέει ο οδηγός - θα περάσει από πάνω, από Λιοσίων>. Πα να πει ότι τέσσερις στάσεις που είχα ακόμα εγώ μέχρι να φτάσω σπίτι μου, τις παρέκαμπτε. Οπότε τι να κάνω; Τόκοψα ποδαράτο. Σηκώνομαι σήμερα το πρωί και πονούσα παντού λες και με είχανε δείρει. Προφανώς είχα χτυπήσει στην προσπάθεια να κρατηθώ την ώρα του τράκου, αλλά εκείνη την ώρα δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Κατάλαβες φίλε μου; Της ήρθε της γριάς να πάει στον άλλο κόσμο και κόντεψε να σακατέψει εμάς...