Showing posts with label Λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label Λογοτεχνία. Show all posts

Saturday, February 16, 2013

Σάββατο





Εχοντας διαβάσει ήδη την «Εξιλέωση» και το «Στην ακτή», γνωρίζοντας πλέον τι δεξιοτέχνης του λόγου είναι ο Ιαν Μακ Γιούαν και με δύο ακόμα βιβλία του να περιμένουν τη... σειρά τους στη βιβλιοθήκη μου, δεν δίστασα καθόλου. Ξεκίνησα το Sοlar σίγουρη ότι με περιμένουν αρκετές ώρες αναγνωστικής απόλαυσης.

Φευ! Το Solar, που καταπιάνεται με την ιστορία ενός ξεπεσμένου φυσικού που κάποτε είχε πάρει βραβείο Νόμπελ, αλλά στη συνέχεια απλά εξαργύρωνε την επιτυχία του με διαλέξεις, στο μεσοδιάστημα της διαλυμένης σε προσωπικό επίπεδο ζωής του, με απογοήτευσε πολύ. 

Κυρίως επειδή βρήκα εξαιρετικά ανιαρή (και να σκεφτεί κανείς ότι λατρεύω τη φυσική) την επιμονή του να αναλύει νόμους και τύπους της φυσικής επιστήμης φτάνοντας στο σημείο (αυτό εισέπραξα προσωπικά) να κάνει επίδειξη γνώσεων πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο.

Πίστευα και πιστεύω ότι ο συγγραφέας ΟΦΕΙΛΕΙ να κατατοπιστεί όσο το δυνατόν καλύτερα  πάνω στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται, πρωτίστως όμως για να είναι αληθοφανείς οι αναφορές του σ' αυτό και όχι για να κάνει τον... έξυπνο στον αναγνώστη (αφού και οι δύο γνωρίζουν πως δεν το κατέχει επί της ουσίας, απλά το μελέτησε).


Πόση διαφορά με το «Σμήνος» του Φρανκ Σέτσινγκ που εμπεριείχε σελίδες ολόκληρες (πάνω από 1.000 ήταν συνολικά το βιβλίο) με θέματα γεωλογίας, ωκεανολογίας και άλλων επιστημών χωρίς να το «παίζει» κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι, αλλά ενσωματώνοντάς τες μέσα στο κείμενο με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει πιο κατανοητή η εξέλιξη της πλοκής. Και δεν διαθέτει δα και τη δεξιοτεχνία του Μακ Γιούαν.

Ξέφυγα όμως, ο τίτλος μου λέει «Σάββατο» και όχι «Solar» (πόσω μάλλον «Σμήνος»), αφού για το «Σάββατο» θέλω να μιλήσω. Το δεύτερο βιβλίο του Μακ Γιούαν που διάβασα στο... καπάκι περισσότερο για να διατηρήσω μέσα μου την καλή φήμη του συγκεκριμένου συγγραφέα και να αποζημιωθώ για μια ατυχή (όπως θεωρούσα εγώ ότι είναι...) στιγμή του.

Δεν ήταν όμως γραφτό. Το βιβλίο που παραδόξως έχει εισπράξει διθυραμβικές κριτικές όχι μόνο δεν με αποζημίωσε, αλλά με απογοήτευσε διπλά. Γιατί από τον φυσικό έπεσα στον νευροχειρουργό και από την επίδειξη γνώσεων της φυσικής επιστήμης βρέθηκα να διαβάζω σελίδες ολόκληρες για χειρουργικές επεμβάσεις εγκεφάλου και ιατρικά ιστορικά.

Κι αν στο Solar τουλάχιστον ο ήρωας παρουσίαζε μέσα στην παρακμή του ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως χαρακτήρας, ο Χένρι Περόουν του «Σαββάτου» είναι ένας από τους πιο ανιαρούς, πολιτικά ορθούς και γλυκερούς χαρακτήρες που έχω διαβάσει σε βιβλίο.

Ο Μακ Γιούαν καταγράφει σ' αυτό το 24ωρο ενός επιτυχημένου νευροχειρουργού που όλα στη ζωή του κυλούν ιδανικά (καριέρα, οικογένεια κ.λπ.) και ένα από τα Σάββατα που είναι αφιερωμένα στον εαυτό του στραβώνει από το πρωί.

Για το χαρακτήρα και το βιβλίο δεν θα γράψω κάτι αλλο, γιατί μόλις πριν λίγο σε ένα googl-άρισμα διαπίστωσα ότι έχει γράψει γι’ αυτό ο librofilo, (τι κρίμα που μου είχε ξεφύγει όταν το έγραψε, θα είχα αποφύγει την ανάγνωση του βιβλίου), οπότε σας παραπέμπω σ’ αυτόν, αφού απ’ ό,τι διάβασα συμφωνούμε ΑΠΟΛΥΤΑ.

Ο libro παραθέτει την κριτική για το «Σάββατο» μαζί με αυτή για το «ΤρομοκρατικόΧτύπημα» του Γιασμίνα Χάντρα συνδέοντας το θέμα τους που δεν είναι άλλο από την τρομοκρατία, έστω κι αν η τρομοκρατία στο θέμα του βιβλίου του Ιαν Μακ Γιούαν είναι λιγότερο δραματική. Καθώς έχω  διαβάσει και τα δύο βιβλία, σας συνιστώ αν πρέπει να επιλέξετε, να διαβάσετε το βιβλίο του Χάντρα, είναι ασύγκριτα πιο ενδιαφέρον.

Αν πάλι... επιμένετε να απογοητευτείτε, ή ακόμα και να τεστάρετε αν ταιριάζουν τα... γούστα σας με τα δικά μου μου, διαβάστε το. Για την περίπτωση που δεν θα το κάνετε, παραθέτω το πιο σημαντικό (και το μόνο άξιο λόγου κατά τη γνώμη μου πάντα...) κομμάτι του που δεν έχει καμία σχέση με την βασική πλοκή, αλλά αναφέρεται στην πάσχουσα από Αλτσχάιμερ μητέρα του ήρωα και στα συναισθήματα που βιώνει κάποιος που καλείται να μαζέψει (ή να διαλύσει όπως ο ίδιος αναφέρει) μέσα από την τακτοποίηση του σπιτιού του ασθενή, την ύπαρξη ενός ανθρώπου που ενώ είναι ακόμα ζωντανός η συγκεκριμένη αρρώστια τον έχει κατατάξει ήδη μεταξύ των νεκρών.

Και είναι παράλληλα ένα μικρό δίδαγμα για το πόσο ασήμαντα είναι αυτά που αισθανόμαστε ότι μας ανήκουν, όταν τα βλέπει κανείς ξεκομμένα από εμάς τους ίδιους...

Θα αγγίξει ιδιαίτερα εκείνους που έχουν ή είχαν στην οικογένειά τους πάσχοντες από Αλτσχάιμερ...

***

«...Οταν εκείνη άρχισε να φθίνει, ήρθε η στιγμή που χρειάστηκε να την πάρει από το σπίτι της, το παλιό πατρικό όπου ο ίδιος μεγάλωσε και να τη βάλει στο ίδρυμα για ηλικιωμένους. Η ασθένεια τής είχε στερήσει τις ρουτίνες του νοικοκυριού που εκείνη κάποτε τηρούσε με ευλάβεια. Ξεχνούσε το φούρνο αναμμένο όλη τη νύχτα με τη βουτυριέρα μέσα, έκρυβε από τον εαυτό της το κλειδί της εξώπορτας σε χαραμάδες του παρκέ, μπέρδευε το σαμπουάν με τη χλωρίνη. 


Ολα αυτά, και στιγμές υπαρξιακής σύγχυσης, όταν βρισκόταν σ’ ένα δρόμο ή σ’ ένα μαγαζί, ή σε κάποιο σπίτι και δεν θυμόταν από πού είχε έρθει, ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι, πού έμενε και τι έπρεπε να κάνει. 


Μέσα σ’ ένα χρόνο ξέχασε τη ζωή της και το παλιό της σπίτι.  Ομως, η σκέψη να το πουλήσει ήταν κάτι σαν προδοσία και ο Χένρυ δεν έκανε καμία κίνηση. Αυτός και η Ρόζαλιντ πήγαιναν πότε πότε να ρίξουν μια ματιά στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, και το καλοκαίρι αυτός κούρευε το γρασίδι. Τα πάντα ήταν στη θέση τους, περίμεναν – τα κίτρινα λαστιχένια γάντια κρεμασμένα από το ξύλινο μανταλάκι, το συρτάρι με τα σιδερωμένα ξεσκονόπανα και τις πετσέτες της κουζίνας, ο γυαλιστερός πήλινος γάιδαρος που κουβαλούσε ένα καλάθι με οδοντογλυφίδες. Αρχισε να απλώνεται μια μυρωδιά εγκατάλειψης και τα πράγματά της πήραν μια φθαρμένη όψη που δεν είχε να κάνει με τη σκόνη.


Ακόμη και από το δρόμο το σπίτι έδειχνε εξαθλιωμένο και, όταν ένα απόγευμα του Νοέμβρη, κάποια παιδιά πέταξαν μια πέτρα στο παράθυρο του καθιστικού, ο Χένρυ κατάλαβε πως έπρεπε να δράσει.


Ενα Σαββατοκύριακο πήγε με τη Ρόζαλιντ και τα παιδιά ν’ αδειάσουν το σπίτι. Ολοι τους διάλεξαν από ένα αναμνηστικό – έμοιαζε ασέβεια να μη το κάνουν. Η Ντέιζι πήρε ένα αιγυπτιακό μπρούτζινο πιάτο, ο Θίο ένα επιτραπέζιο ρολόι, η Ρόζαλιντ μια απλή πορσελάνινη φρουτιέρα. Ο Χένρυ πήρε ένα κουτί παπουτσιών γεμάτο φωτογραφίες. Αλλα κομμάτια πήγαν σε ανιψιούς και ανιψιές. Το κρεβάτι της Λίλυ, ο μπουφές της, δυο ντουλάπες τα χαλιά και η σιφονιέρα έμειναν για τον παλιατζή. Η οικογένεια πακετάρισε ρούχα, κουζινικά και τα διακοσμητικά που δεν ήθελαν για να τα χαρίσουν σε φιλανθρωπικά μαγαζιά – ο Χένρυ δεν είχε ποτέ σκεφτεί πως αυτά τα μαγαζιά υπήρχαν χάρη στους νεκρούς. Τα υπόλοιπα τα έβαλαν σε σακούλες σκουπιδιών και τα άφησαν έξω από το σπίτι. Δούλευαν σιωπηλά σαν τους πλιατσικολόγους – δεν ήταν σωστό να έχουν ανοιχτό το ράδιο. Τους πήρε μια μέρα να διαλύσουν την ύπαρξη της Λίλυ. 


Αποσυναρμολογούσαν το σκηνικό μιας παράστασης, ενός μονοπρόσωποι οικιακού μονόπρακτου, χωρίς την έγκριση του θιάσου. Αρχισαν από αυτό που η Λίλυ ονόμαζε δωμάτιο ραπτικής – την παλιά του κρεβατοκάμαρα. Εκείνη δεν επρόκειτο να επιστρέψει, δεν ήξερε πια τι ήταν το πλέξιμο, αλλά καθώς τύλιγαν τις αμέτρητες βελόνες της, τα χιλιάδες σχέδια, ένα μισοτελειωμένο μωρουδίστικο κίτρινο σάλι για να τα δώσουν όλα σε αγνώστους ήταν σα να την έδιωχναν από τον κόσμο των ζωντανών. Δούλευαν γρήγορα, σχεδόν φρενιασμένα. Δεν είχε πεθάνει, σκεφτόταν συνεχώς ο Χένρυ. Αλλά η ζωή της, όλες οι ζωές του φαίνονταν ασήμαντες βλέποντας πόσο γρήγορα, με πόση ευκολία όλα τα εξωτερικά σημάδια, όλες οι λεπτομέρειες μιας ολόκληρης ζωής μπορούσαν να συσκευαστούν να σκορπιστούν ή να πεταχτούν στα σκουπίδια.


Τα αντικείμενα μετατρέπονταν σε σκουπίδια μόλις αποχωρίζονταν τον ιδιοκτήτη τους και το παρελθόν τους – δίχως αυτή, το παλιό κάλυμμα της τσαγιέρας ήταν απωθητικό, με το ξεθωριασμένο ρουστίκ σχέδιό του και τους καφετιούς λεκέδες στο φτηνό πανί, και όταν το πετούσαν έμοιαζε θλιβερά ασήμαντο. Καθώς τα ράφια και τα συρτάρια άδειαζαν και τα κουτιά και οι σακούλες γέμιζαν, κατάλαβε ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν κατέχει τίποτα. Ολα είναι νοικιασμένα ή δανεικά. Τα πράγματά μας θα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από εμάς, στο τέλος θα τα εγκαταλείψουμε...».







Sunday, January 20, 2013

Καλό ταξίδι...




Αγαπημένε μου Παύλο Μάτεσι, καλό ταξίδι να έχεις... Ενα μεγάλο ευχαριστώ από μένα γιατί μου χάρισες μία από τις μεγαλύτερες λογοτεχνικές απολαύσεις της ζωής μου με τη «Μητέρα του Σκύλου», που διατηρήθηκαν για πολύ καιρό μετά την ανάγνωση του υπέροχου βιβλίου σου...



Η Ραραού σου με συνόδεψε για πολύ καιρό ακόμα, την διάβασα, την ξαναδιάβασα και πάντα εύρισκα κάτι καινούργιο να με συγκλονίσει που δεν είχα εντοπίσει στις προηγούμενες αναγνώσεις και πάντα την απολάμβανα σαν την πρώτη φορά...

Κάτι τέτοιες στιγμές αναρωτιέμαι – και στενοχωριέμαι – για το πού πηγαίνει τόσο πνεύμα, όταν το σώμα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο...
 

Tuesday, June 23, 2009

Η μελωδία της ευτυχίας (Part II)


Η ζωή του Krokus von Knochen κυλά ήρεμα και νωχελικά. Βρισκόμαστε στις αρχές του καλοκαιριού και η ραστώνη έχει κυριεύσει τον βαρώνο που έχει μεταφερθεί στο καλοκαιρινό του ανάκτορο στην περιοχή Insel Wind. Για τον ίδιο αυτή η καλοκαιρινή ξεκούραση είναι θεμελιώδης και αδιαπραγμάτευτη, ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στις πάμπολλες υποχρεώσεις των χειμωνιάτικων ημερών και δεν θέλει κανείς και για κανέναν λόγο να τον απασχολεί όσο βρίσκεται στο Insel Wind. Ο χρόνος μοιάζει να σταματά όταν ο βαρώνος είναι διακοπές.

Φέτος όμως είχε έναν λόγο παραπάνω να αποζητά την ξεκούραση, αφού οι εντάσεις και τα γεγονότα της προηγούμενης άνοιξης τον είχαν καταπονήσει. Είχαν συμβεί άλλωστε τόσα πολλά. Οι δύο εβδομάδες διορία που νοερά είχε δώσει στην παιδαγωγό Onesta Grünestal για να απαντήσει στην πρόταση που της είχε κάνει, ουδέποτε εξαντλήθηκαν. Πριν ακόμα συμπληρωθούν δέκα ημέρες από το "τελεσίγραφό" του, ο βαρώνος όρμησε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο μέσα στο δωμάτιό της και άρχισε να πετάει τα πράγματά της από το παράθυρο. Δεν ήταν ξαφνική αυτή η αντίδρασή του. Ηταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Onesta που όχι μόνο καθυστερούσε να απαντήσει στην πρότασή του, αλλά ουσιαστικά απέφευγε ακόμα και να τον συναντήσει. Οποτε βρισκόταν κοντά του έσπευδε να απομακρυνθεί, δεν ήταν πια τρυφερή απέναντί του και έδειχνε καθαρά πως θέλει να αποφύγει την συζήτηση.

Την ημέρα που προέβη στην απόφαση της αποπομπής της, ο θυμός του είχε εκτοξευθεί στα ουράνια, καθώς λίγη ώρα πριν, ακούσιος ωτακουστής ενός τηλεφωνήματός της, διαπίστωσε ότι η Onesta συζητούσε την επιστροφή της στην Euskal Herria, την περιοχή όπου βρισκόταν η Παιδαγωγική Ακαδημία από την οποία είχε αποφοιτήσει, καθώς και τις λεπτομέρειες μιας καινούργιας δουλειάς. Τότε διαπίστωσε ότι δεν αγάπησε ποτέ ούτε τον ίδιο ούτε τα παιδιά του και πως δεν είχε σκοπό να δεχτεί την πρότασή του, παρά μόνο με τους δικούς της όρους. Κάτι που δεν ήταν δυνατόν να συμβεί. Τους όρους στις σχέσεις του με τους υφιστάμενούς του ακόμα και τους ευνοούμενούς του, τους έβαζε ο ίδιος ο βαρώνος. Καθώς το φιλοσόφησε διαπίστωσε πως η Onesta ήταν απλώς ένα ακόμα όνομα στη μακριά λίστα με τις γυναίκες που πέρασαν από την ζωή του. Δεν ήταν τελικά ιδιαίτερα σημαντική γι΄ αυτόν. Απορούσε μάλιστα τι τον είχε τραβήξει επάνω της. Ισως να ήταν ο συγκροτημένος χαρακτήρας της και η ευγένειά της. Δεν αρκούσαν όμως αυτά. Mόλις είχε συνειδητοποιήσει ότι η ηρεμία της Onesta ήταν εκνευριστική.

Εξάλλου, μια νέα γνωριμία τον είχε ήδη ενθουσιάσει. Μία χορεύτρια, η Georgianna, που είχε δει να χορεύει σε μια τοπική γιορτή τον είχε γοητεύσει με τον χορό της. Ηταν θερμή, εκρηκτική, αλλά και τόσο δοτική. Επεδίωξε να την δει ξανά και ξανά. Δεν διέθετε την καλλιέργεια της Onesta, ήταν μια απλή, λαϊκή κοπέλα, αλλά ήταν πρόθυμη να του κάνει όλα τα χατίρια. Δεν τον εκνεύριζε με κανόνες και όρια. Οι κανόνες και τα όρια ήταν αυτά που έβαζε ο ίδιος. Ο βαρώνος είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν του χρειάζονται συναισθηματικές εμπλοκές. Ηταν περισσότερο ανώδυνο να γεύεται για όσο διάστημα τους επιθυμεί, τους χυμούς των γυναικών. Κι αν τύχαινε να είναι αταίριαστες με την κοινωνική του τάξη, την οικονομική του επιφάνεια και την καλλιέργειά του, ακόμα καλύτερα. Αφενός επειδή ικανοποιούσαν την επιθυμία που ένοιωθε συχνά να απεκδύεται την κοινωνική του θέση και να ζει σαν κοινός θνητός, αφετέρου επειδή τις αποχωριζόταν χωρίς ιδιαίτερες τύψεις.

Και είναι αλήθεια ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο είχε ανάγκη από μια γυναίκα στη ζωή του. Είχε αποφασίσει να φέρει την Georgianna στο σπίτι να ζήσει μαζί του. Δεν τον απασχολούσε η σχέση της με τα παιδιά του, αφού ήξερε καλά πως η χορεύτριά του δεν θα έκανε ποτέ τίποτα που θα τον στενοχωρήσει. Και σίγουρα ήταν αρκετά έξυπνη να καταλάβει πως πάνω από ο,τιδήποτε άλλο γι΄ αυτόν ήταν τα παιδιά του.

Τα παιδιά του...

Απολαμβάνοντας την απογευματινή δροσιά στην βεράντα της έπαυλής του, αναπόλησε τις μοναδικές στιγμές από το μεγάλωμά τους. Πόσο είχαν αλλάξει. Επαιρναν σιγά σιγά την ζωή τους στα χέρια τους. Και πόσο περήφανος ήταν ο ίδιος γι΄ αυτά! Ο αγαπημένος του, ο Peter - Georg είχε πάρει την απόφαση να ζήσει σε άλλη πόλη. Ηθελε να τεστάρει τον εαυτό του, να δοκιμάσει τις αντοχές του να απολαύσει την ανεξαρτησία του για ένα μικρό χρονικό διάστημα προτού επιστρέψει όπως είχε συμφωνήσει με τον βαρώνο για να αναλάβει τμήμα των οικογενειακών επιχειρήσεων. Δεν θα τον εμπόδιζε να ανοίξει τα φτερά του, ούτε φοβόταν πως η μικρής διάρκειας αυτονομία του μπορεί να τον ξελογιάσει. Γνώριζε πως ο δεσμός του με τον πρωτότοκό του ήταν πανίσχυρος. Ο Freitag τον είχε ξαφνιάσει με την απόφασή του να εγκαταλείψει την οικογένεια και να ταξιδέψει βόρεια για να ζήσει κοντά στη φύση. Η φύση ήταν το στοιχείο του. Οταν βρισκόταν στην ύπαιθρο ήταν ευτυχισμένος. Γι΄ αυτό δεν του έφερε αντίρρηση όταν είπε ότι θα φύγει. Ηταν πάντα ένα φευγάτο παιδί, που πνιγόταν στην πόλη και λάτρευε τον καθαρό αέρα. Γι΄ αυτό δεν προσπάθησε να τον μεταπείσει. Ηξερε ότι θα είναι πιο ευτυχισμένος έτσι. Ηταν πάντα περήφανος για τον Αnton, τον υιοθετημένο γιο του, που δεν ξεχώριζε από τα βιολογικά του παιδιά και τα πήγαινε καλά με όλους. Λάτρευε τον Lucius για την έφεσή του στα γράμματα. Ηταν χωρίς αμφιβολία το πιο έξυπνο, το πιο κλασάτο παιδί του και τον καμάρωνε όταν έκανε επίδειξη γνώσεων στους υπόλοιπους. Παρακολουθούσε με χαρά τον Μatias να μεταμορφώνεται από ένα άνευρο νεαρό σε έναν πραγματικό άντρα. Δεν χόρταινε να ακούει την μαγική φωνή της Louisa που όταν τραγουδούσε σκορπούσε ρίγη ενθουσιασμού, τον συγκινούσε πάντα το πάθος της Fernanda να ξεπεράσει το μικρό προβληματάκι που είχε το πόδι της και να ζήσει μια φυσιολογική ζωή. Ηδη τα είχε καταφέρει όχι μόνο να κάνει σχεδόν αόρατο το πρόβλημά της, αλλά να αναδείξει και το έμφυτο ταλέντο της στο χορό. Θαύμαζε την Bubu για την νοικοκυροσύνη της και τον τρόπο που οργάνωνε κάθε εκδήλωση μέσα στο σπίτι. Δεν ήθελε να παραδεχτεί πως η Onesta βοήθησε την Bubu να αναδείξει τις ικανότητές της, επέμενε να πιστεύει πως με την παιδαγωγό ή χωρίς αυτήν ήταν έτσι κι αλλιώς θέμα χρόνου για την αγαπημένη του κόρη να αποδείξει τη αξίζει. Παρακολουθούσε τα δίδυμα, την Abra και τον Stier να μιλούν μεταξύ τους με τα μάτια, να συνεργάζονται αρμονικά σε κάθε τι και το εύρισκε συναρπαστικό. Για όλα τα παιδιά του είχε λόγο να νοιώθει περήφανος.


Και έπειτα ήταν η Violeta. Η ζωηρή, ατίθαση, παρορμητική Violeta. Η ψιλόλιγνη, όμορφη κόρη του με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο που γοήτευε όποιον την συναντούσε και ξυπνούσε επιθυμίες και πάθη. Το βάδισμά της ελαφίσιο, ο χορός της μεθυστικός. Ηταν σίγουρα το ωραιότερο δημιούργημά του. Την λάτρευε ο βαρώνος τη Violeta. Ευχαριστιόταν όταν έβλεπε τα συναισθήματα που γεννούσε στους γύρω της. Ηξερε πως πέρα από τον παρορμητισμό της, που ήταν ίδιον της ηλικίας της, του έμοιαζε πολύ. Εκρηκτική, ασυμβίβαστη, ευφυής. Γι΄ αυτό και ήταν διατεθειμένος να της συγχωρήσει τα πάντα. Τα πάντα εκτός από την ανυποταξία της στις διαταγές του. Μπορεί στη "μάχη" με την Onesta να της επέτρεψε να βγει νικήτρια, μπορεί να της έκανε όλα τα χατίρια, αλλά αρχηγός στο σπίτι των von Knochen ήταν αυτός. Ο Krokus.

Aποφάσισε λοιπόν να την κρατήσει σε απόσταση. Οταν έτρεχε κοντά του όπως τα αδέρφια της, δεν ήταν πια τόσο διαχυτικός μαζί της. Το καταλάβαινε πως την ενοχλούσε αυτό και το διασκέδαζε. Εβλεπε τα μάτια της, όμοια με γάτας, να στενεύουν από τον θυμό με τα γυμνάσια που της έκανε και με κόπο συγκρατούσε τα γέλια του για την αντίδρασή της.

Αυτό που δεν γνώριζε, ήταν πως η Violeta του έμοιαζε περισσότερο ακόμα από όσο και ο ίδιος πίστευε. Και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλα της τα όπλα για να πολεμήσει σ΄ αυτή τη μάχη, μέχρις εσχάτων. Είτε που θα ξανακέρδιζε την αγάπη και την εύνοια του πατέρα της ολοκληρωτικά, είτε που η σχέση τους θα καταστρεφόταν ολοκληρωτικά. Οπως και στον Krokus, έτσι και στην ίδια, δεν άρεσαν τα ημίμετρα.

Καθώς ο βαρώνος καθόταν αναπαυτικά, ο χαρακτηριστικός ήχος ενός μηνύματος στο αυστηρά προσωπικό κινητό του, το μοναδικό που δεν είχε απενεργοποιημένο τις "ιερές" γι΄ αυτόν μέρες των διακοπών του, τον έβγαλε από τις σκέψεις του.


"Αποφάσισα να φύγω. Θα ζήσω με τον βαρώνο Βasel von Klee. Mην ψάξεις να με βρεις. Violeta.", διαβάζει στην μικροσκοπική οθόνη.

"Με τον von Κlee; Μα είναι τελείως ηλίθια;" αναφώνησε ο βαρώνος. Ηταν κοινό μυστικό ότι ο von Klee, ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του στον τομέα των επιχειρήσεων, ενδιαφερόταν πολύ για την Violeta. Ο Krokus το γνώριζε και το διασκέδαζε. Ανθρωποί του τού είχαν περιγράψει τις προσπάθειες που είχε κάνει κατά καιρούς ο Basel σε διάφορες κοσμικές εκδηλώσεις για να την πλησιάσει στενότερα, κάνοντάς της κομπλιμέντα. Αλλά να ενδώσει η κόρη του σ΄ αυτόν τον άθλιο; Να φερθεί τόσο ηλίθια η πανέξυπνη Violeta; Με ποιον τρόπο την κατάφερε; Πώς την δελέασε;

΄Η μήπως... Μήπως ήθελε να τον εκδικηθεί για την συμπεριφορά του; Μήπως το έκανε επειδή ήξερε ότι ήταν το μόνο πράγμα που θα τον εξόργιζε;

Ο βαρώνος ήταν άνθρωπος των γρήγορων αποφάσεων. Οσοι δεν τον γνώριζαν καλά δεν είχαν καταλάβει πως ακόμα κι όταν φαινόταν ότι αργούσε να πάρει μια απόφαση, ήταν επειδή πολύ απλά δεν είχε ασχοληθεί ακόμα με το συγκεκριμένο θέμα. Οταν αποφάσιζε να ασχοληθεί με κάτι σοβαρά, δεν χρειαζόταν να το σκεφτεί πολύ.

Η Violeta είχε υπερβεί τα εσκαμμένα. Κι όσο τρυφερός κι αν ήταν με τα παιδιά του, άλλο τόσο μπορούσε να είναι σκληρός. Αυτή τη στιγμή είχε τρεις επιλογές.

* Να την ξεγράψει από κόρη του και να την στείλει στον αγύριστο χωρίς να ενδιαφέρεται αν θα πάει στον von Klee
* Nα την κλείσει εσωτερική σε σχολείο της Γηραιάς Αλβιόνας
* Να στείλει τους σωματοφύλακές του να την φέρουν πίσω, σηκωτή...

Το χαρακτηριστικό του γέλιο αντήχησε τριγύρω. Είχε ήδη αποφασίσει.

Πληκτρολογεί έναν αριθμό στο κινητό...

"Samstag, προέκυψε ένα ζήτημα. Ελα αμέσως εδώ...".

***

Λεξιλόγιο

Grünestal: Πράσινη κοιλάδα
Κrokus: Kρόκος
Κnochen: Kόκκαλο
Ιnsel: Νησί
Wind:
Aνεμος
Εuskal Herria:
Xώρα των Βάσκων
Stier:
Tαύρος (Τoro)
Freitag: Παρασκευ(ας)ή
Bubu: (H ...γνωστή του Part I)
Klee: τριφύλλι
Samstag: Σάββα-το

Thursday, April 23, 2009

Η μελωδία της ευτυχίας


H Onesta Grünestal, απόφοιτος ενός από τα καλύτερα παιδαγωγικά ινστιτούτα του κόσμου, αναλαμβάνει παιδαγωγός στο σπίτι του πολύτεκνου βαρώνου Krokus von Knochen που είχε 11 παιδιά. Ο βαρώνος που διηύθυνε επιτυχημένα μια μεγάλη αλυσίδα επιχειρήσεων με σύνεση αλλά και αυστηρότητα, στο θέμα της διαπαιδαγώγησης των παιδιών του ήταν αρκετά χαλαρός. Τους είχε μεγάλη αδυναμία, τα κακομάθαινε, τους έκανε όλα τα χατίρια, τους αγόραζε ό,τι ήθελαν, δεν τα τιμωρούσε, παρά μόνο αν είχαν υποπέσει πάνω από τρεις φορές στο ίδιο παράπτωμα. Ηταν μάλιστα διατεθειμένος να τα συγχωρήσει άμεσα αν έδειχναν μεταμέλεια και ζητούσαν συγνώμη.


Τα παιδιά του βαρώνου ήταν 6 αγόρια και 5 κορίτσια. Τα ονόματα των αγοριών ήταν: Anton, Lucius, Matias, Freitag, Stier και Peter - Georg που ήταν και ο μεγαλύτερος από όλους. Τα κορίτσια ήταν οι: Louisa, Fernanda, Bubu, Abra και Violeta που ήταν και η πιο ατίθαση. Οταν η Onesta έφτασε στο σπίτι τα παιδιά την αντιμετώπισαν εχθρικά. Καθώς προσπάθησε να τα βάλει σε τάξη, εκείνα επιχείρησαν αμέσως να της κάνουν τη ζωή δύσκολη. Η πρώτη τους ομαδική έξοδος - εκδρομή εκτός πόλης ήταν μια καταστροφή. Ο Anton έπεσε και έσπασε το χέρι του, ο Stier τσακώθηκε με μια παρέα που πείραξε την Violeta και κληρονόμησε μια μπουνιά στη μύτη που άνοιξε και άρχισε να τρέχει αίματα, η Αbra παραπάτησε και πέφτοντας έγδαρε τα γόνατά της και ο Lucious απομακρύνθηκε από τους υπόλοιπους, χάθηκε και δεν κατάφεραν να τον βρουν παρά μόνο όταν έπεσε η νύχτα.


Οταν επέστρεψαν στο σπίτι και ο βαρώνος είδε τα παιδιά του σ΄ αυτά τα χάλια και πληροφορήθηκε τι έγινε, εξοργίστηκε. Μίλησε πολύ άσχημα στην Onesta και η πρώτη του σκέψη ήταν να την διώξει άμεσα. Ομως εκείνη δεν φοβήθηκε την οργή του. Του απάντησε με θάρρος πως αν κάποιος φταίει για το πάθημα των παιδιών του είναι ο ίδιος. Γιατί ουδέποτε φρόντισε να τα διαπαιδαγωγήσει σωστά, ποτέ δεν τους μίλησε αυστηρά, δεν τους έμαθε τρόπους με αποτέλεσμα μόλις απομακρύνονται από το σπίτι τους να συμπεριφέρονται σαν άγριοι και να αντιμετωπίζουν δικαιολογημένα την χλεύη του κόσμου. Ο βαρώνος σκέφτηκε τελικά να δώσει τόπο στην οργή και χρόνο στην Οnesta. Δεν του άρεσαν αυτά που του είπε, αλλά κατά βάθος γνώριζε πως έχει δίκιο. Της έδωσε λοιπόν άλλη μια ευκαιρία. Με τον καιρό τα παιδιά σταμάτησαν να είναι εχθρικά απέναντι στην Οnesta. Αναγνώρισαν πως ήταν δίκαιη, δεν τα επιτιμούσε παρά μόνο αν έκαναν κάτι που ήταν πράγματι κακό. Ο Peter - Georg που πρώτος αντιλήφθηκε πως η Οnesta έκανε πολύ καλή δουλειά, έδωσε το σύνθημα στα υπόλοιπα παιδιά να γίνουν φιλικά απέναντί της. Ομως, ακόμα κι αν δεν έπαιρνε ο μεγαλύτερος γιος την πρωτοβουλία, το κλίμα είχε έτσι κι αλλιώς αντιστραφεί. Σε λίγους μήνες όλοι έφτασαν να την λατρεύουν. Ενοιωθαν πως γίνονται καλύτεροι με τις συμβουλές και τις νουθεσίες της, προόδευαν στα μαθήματά τους, στα σπορ και στις τέχνες, αρίστευαν παντού. Ολα τα παιδιά την εμπιστεύονταν και πειθαρχούσαν στην Οnesta εκτός από ένα. Την Violeta. H ατίθαση και ζωηρή κοπέλα δεν ήθελε να μπει σε καλούπια. Πίστευε πως η Onesta την αντιπαθεί, γι΄ αυτό έκανε ό,τι μπορούσε για να την εκνευρίσει. Και όταν η παιδαγωγός την έστελνε για τιμωρία στο δωμάτιό της πίστευε ότι το κάνει επειδή την ζηλεύει γιατί ομολογουμένως η Violeta ήταν πολύ όμορφη.



Οταν τα επεισόδια με τη Violeta αυξήθηκαν και κάποια στιγμή σε έναν από τους καβγάδες τους η κοπέλα πήρε από το γραφείο του πατέρα της και πέταξε στην Ονέστα ένα βαρύ press papier, που παραλίγο να την τραυματίσει, η παιδαγωγός αναγκάστηκε να μιλήσει στον βαρώνο. Εκείνος είχε άλλες σκοτούρες στο μυαλό του, ωστόσο την άκουσε προσεκτικά και της είπε να κάνει αυτό που νομίζει καλύτερο. Πλησίαζε μια μεγάλη δεξίωση στο παλάτι των von Knochen όπου θα παρευρίσκονταν επιχειρηματίες και διπλωμάτες από την Πορτογαλία και η Onesta είχε διδάξει στα παιδιά κάποια τραγούδια που ήθελε να τραγουδήσουν για να κάνουν καλή εντύπωση. Η παιδαγωγός είχε αποφασίσει να μην επιτρέψει στη Violeta να πάρει μέρος στη χορωδία, παρόλο που είχε πάρει μέρος κανονικά σε όλες τις πρόβες που είχαν γίνει πριν από το μεταξύ τους επεισόδιο και το ανακοίνωσε στον βαρώνο. Εκείνος συμφώνησε μαζί της. Ομως, μία μόλις μέρα αργότερα, λύγισε από τα δακρυσμένα μάτια της αγαπημένης του κόρης, ξέχασε τη συμφωνία του με την Onesta και ζήτησε από την παιδαγωγό να την συμπεριλάβει κανονικά στην χορωδία.


Η Onesta υπάκουσε στις εντολές του χωρίς να αντιδράσει δέχτηκε τη Violeta στη χορωδία κι εκείνη έδωσε τον καλύτερο εαυτό της. Τα παιδιά τραγούδησαν με ιδιαίτερο κέφι πέντε υπέροχα τραγούδια και πραγματικά μάγεψαν τους καλεσμένους τους. Ο βαρώνος παρακολουθούσε τα παιδιά του γεμάτος καμάρι, ενώ οι ξένοι διπλωμάτες του έδιναν συγχαρητήρια. Η Onesta ακούραστη και λαμπερή έκανε ό,τι μπορούσε για να αφήσουν τα παιδιά τις καλύτερες εντυπώσεις και ο βαρώνος άρχισε ξαφνικά να την βλέπει διαφορετικά. Κάτι σκίρτησε μέσα του, είχε μείνει πολλά χρόνια μόνος, από όλες τις ερωτικές περιπέτειες των τελευταίων χρόνων καμία δεν άξιζε ιδιαίτερης προσοχής. Ομως, η Onesta έμοιαζε διαφορετική. Σοβαρή, ειλικρινής, καλλιεργημένη, ταλαντούχα, είχε καταφέρει να μεταμορφώσει τα ατίθασα παιδιά του σε μικρούς κυρίους και κυρίες που έπαιρναν από παντού επαίνους.


Ο βαρώνος ήταν άνθρωπος των γρήγορων αποφάσεων. Δεν χρειαζόταν να το σκεφτεί πολύ. Το ίδιο κιόλας βράδυ είπε στην Onesta ότι θέλει να μείνει για πάντα κοντά του και κοντά στα παιδιά του. Η Onesta που όλο αυτό τον καιρό τον είχε συμπαθήσει και είχε αρχίσει κι αυτή να τρέφει αισθήματα για τον βαρώνο είδε θετικά την πρότασή του. Παράλληλα όμως αισθάνθηκε πως για να πει το οριστικό "ναι" θα έπρεπε να λυθούν κάποια ζητήματα. Το ένα ήταν το θέμα της Violeta. Αν επρόκειτο να μείνει στο σπίτι του βαρώνου ως κυρία του σπιτιού θα έπρεπε να έχει την απόλυτη δικαιοδοσία πάνω στα παιδιά και να μην επιβάλλει τιμωρίες που στη συνέχεια θα ακυρώνονταν από τον ίδιο. Ο βαρώνος είπε ότι θα το σκεφτεί. Στη συνέχεια όμως του ζήτησε κάτι ακόμα. Ο βαρώνος ήταν αρκετά μεγαλύτερός της και είχε ήδη 11 παιδιά. Η ίδια όμως ήταν νέα και όσο κι αν αγαπούσε τα παιδιά του ήθελε να αποκτήσει και δικά της. Ο von Κnochen όμως σ΄ αυτό ήταν απόλυτος: "Αυτά είναι τα παιδιά μου, τα λατρεύω, μου φτάνουν, δεν θέλω να αποκτήσω άλλα. Και στο συγκεκριμένο θέμα δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξω γνώμη". Η Onesta πληγώθηκε. Πληγώθηκε πολύ. Του είπε απλά πως θα σκεφτεί την πρότασή του και θα του απαντήσει. Οι ημέρες περνούσαν αλλά η Οnesta δεν έδινε την απάντησή της. Εβλεπε και ξαναέβλεπε τον βαρώνο, αλλά απέφευγε να μιλήσει μαζί του για το φλέγον αυτό θέμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πως έλεγε ότι την αγαπάει κι όμως δεν ήταν διατεθειμένος να της προσφέρει αυτό που του ζητούσε. Να μεταγγίσει νέο αίμα στην οικογένεια των von Knochen. Νέο αίμα που θα έκανε τη δυναστεία του Krokus ακόμα μεγαλύτερη! Κι αυτός της το αρνιόταν!


Ομως, και ο βαρώνος σιγά σιγά άρχισε να θυμώνει. Οποιαδήποτε άλλη στη θέση της θα δεχόταν την πρότασή του ευθύς αμέσως. Είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες στη ζωή του κι όσο κι αν για τον ίδιο ήταν απλά περαστικές, για εκείνες η σχέση μαζί του υπήρξε καταλυτική. Η προσωπικότητά του τις είχε σημαδέψει. Οι περισσότερες θα έτρεχαν ακόμα και τώρα στο πρώτο του νεύμα, κάποιες άλλες είχαν παρατήσει ακόμα και τους άνδρες τους για να βρεθούν κοντά του. Oπως η κοντέσα Dusanna, που παρά τον επεισοδιακό χωρισμό τους, επέστρεψε ξανά κοντά του για δεύτερη φορά μέχρι να το πάρει απόφαση πως ήταν διατεθειμένος να της προσφέρει ανέσεις, αλλά όχι και την καρδιά του και να φύγει μακριά του απογοητευμένη και περιπλανώμενη μέχρι να καταλήξει στον παλιό της έρωτα, κόμη Gelb Adler που όμως δεν την δέχτηκε πίσω με την ίδια θέρμη του παρελθόντος. ΄Η ακόμα εκείνη η παλιά πιστή υπηρετριούλα του, η κόρη του βαλέ* του, η Niki που του δόθηκε ολοκληρωτικά χωρίς να ζητήσει τίποτα και που όταν την έδιωξε έχασε τα λογικά της, έτρεξε προς τον λόφο Ardettus φωνάζοντας ακατάληπτες λέξεις και φράσεις, όπως: "Duros ήσουν πάντα άρχοντά μου, Duros!".

΄Η όπως η παλιά γραμματέας του, Limon Zitrone, που παράτησε τον άντρα της, τον συνοριακό φρουρό Blond χωρίς να υπολογίσει τη γενική κατακραυγή και έτρεξε κοντά του μόλις της το ζήτησε. Καθώς το θυμήθηκε ο von Knochen ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. "Εκείνη χάλασε τη ζωή της για μένα κι εγώ την πέταξα σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Και βάζω στοίχημα ότι αν της το ξαναζητήσω θα τρέξει πάλι κοντά μου", σκέφτηκε.

Και τώρα η Onesta. Να της προσφέρει όσα δεν πρόσφερε ποτέ σε καμία και αυτή να κάνει και τη δύσκολη. Ο βαρώνος σηκώθηκε από το γραφείο του, άναψε ένα πούρο και μονολόγησε: "Δύο εβδομάδες. Δύο εβδομάδες διορία σου δίνω Onesta. Oύτε μέρα παραπάνω".

***

Aγνωστες λέξεις


Grünestal: Πράσινη κοιλάδα
Κrokus: Kρόκος
Κnochen: Kόκκαλο
Ζitrone: Λεμόνι
Gelb: Κίτρινος
Adler: Aετός
Stier: Tαύρος
Freitag: Παρασκευή
Bubu: (Ελα, που χρειάζεστε μετάφραση για την Μπουμπού)

* Βαλές: (Αλε)Φάντης

Monday, March 30, 2009

Το Σμήνος (Der Schwarm)

«Aκριβώς μπροστά στο σκάφος είχε αναδυθεί κατακόρυφα από τη θάλασσα μια καμπουρωτή φάλαινα. Χρειαζόταν απίστευτη ώθηση για να σταθεί όρθιο αυτό το γιγάντιο πλάσμα. Για μια στιγμή φάνηκε να στηρίζεται στην ουρά της. Μονάχα η άκρη της βρισκόταν μέσα στο νερό και το υπόλοιπο σώμα στεκόταν ολόρθο στον αέρα και ξεπερνούσε σε ύψος τη γέφυρα του Lady Wexham. Μπορούσες να δεις καθαρά τις μακριές ζαρωματιές γύρω από το σώμα και την κοιλιά. Τα υπερφυσικά σε μάκρος πτερύγια ήταν ανοιχτά σαν φτερούγες και έλαμπαν, με άσπρα και μαύρα στίγματα εδώ και εκεί και γεμάτα κόμπους στις άκρες. Ηταν σα να ήθελε η φάλαινα να βγει ολόκληρη έξω από το νερό, κι ένα μυριόστομο επιφώνημα κατάπληξης σηκώθηκε από το σκάφος. Σχεδόν αμέσως όμως το τρομερό σώμα έγειρε αργά στο πλάι και έπεσε στο νερό μέσα σ΄ ένα όργιο από σταγόνες νερού που τινάχτηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο κατάστρωμα έκαναν ένα βήμα πίσω. Ενα μέρος του Lady Wexham εξαφανίστηκε πίσω από ένα προπέτασμα αφρών. Ανάμεσά τους φάνηκε να κινείται κάτι σκούρο, ογκώδες. Μια δεύτερη φάλαινα είχε πεταχτεί σαν βολίδα από τα βάθη της θάλασσας. Πολύ πιο κοντά στο σκάφος αυτή τη φορά υψωνόταν κατακόρυφα, μέσα σε ένα υδάτινο πυροτέχνημα, κι ο Αναουακ ήταν βέβαιος προτού ακόμα φτάσουν στα αυτιά του τα επιφωνήματα τρόμου των επιβατών ότι αυτό το δεύτερο άλμα θα αστοχούσε.
Η φάλαινα βρόντηξε με τέτοια δύναμη στο νερό παίρνοντας ξώφαλτσα το Lady Wexham που το πλοίο τραντάχτηκε για τα καλά. Ακούστηκαν βρόντοι, θραύσματα πετάχτηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Το ζώο εξαφανίστηκε μες τα κύματα. Ανθρωποι που βρίσκονταν στο κατάστρωμα σωριάστηκαν κάτω. Αμέσως φάνηκαν κι άλλες φάλαινες να πλησιάζουν από τα πλάγια ενώ για άλλη μια φορά δύο σκούρα σώματα υψώθηκαν απότομα μέσα από το νερό και ρίχτηκαν με όλο τους το βάρος πάνω στον κορμό του.
"Αυτή είναι η εκδίκηση» φώναξε ο Γκρέιγουλφ υστερικά. «Η εκδίκηση της Φύσης!"».


Tο Σμήνος, το 1018 σελίδων βιβλίο του Γερμανού Frank Schätzing που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη είναι αυτό που ονομάζουμε "οικολογικό θρίλερ".

Ο πολυπράγμων Schätzing που είναι μεταξύ άλλων, διαφημιστής, μουσικός παραγωγός, ερασιτέχνης μάγειρας είδε πριν μερικά χρόνια ένα όνειρο στον ύπνο του και αποφάσισε να του δώσει σάρκα και οστά. Επί 4 συνεχόμενα χρόνια πραγματοποίησε μια επιστημονική έρευνα και συνέλεξε έναν μεγάλο αριθμό επιστημονικών πληροφοριών σχετικών με τη θάλασσα και τα φυσικά φαινόμενα τις οποίες συμπεριέλαβε στο βιβλίο του. Η προσπάθειά του ανταμείφθηκε και με το παραπάνω, καθώς το δημιούργημά του αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στη Γερμανία, πούλησε πάνω από 2,5 εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ μεταφράστηκε σε 25 γλώσσες. Και παρόλο που ένας Γερμανός θαλάσσιος βιολόγος, ο Thomas Orthmann τον κατηγόρησε για λογοκλοπή το βιβλίο του αναμένεται να βγει το 2011 στους κινηματογράφους, αφού η Ούμα Θέρμαν αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου και ο Ντίνο ντε Λαουρέντις ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας.

Με τι ακριβώς ασχολείται το βιβλίο του Schätzing; Με μια περιβαλλοντολογική καταστροφή που είναι αποτέλεσμα - τι άλλο; - της ασυδοσίας του ανθρώπου και της συνεχούς επέμβασής του στο περιβάλλον. Η καταστροφή ξεκινά από τη θάλασσα, θυμίζοντας την "Αβυσσο", καθώς σκουλήκια απελευθερώνουν τεράστιες ποσότητες μεθανίου οι οποίες προκαλούν τεράστιο τσουνάμι, ενώ φονικές μέδουσες και δολοφονικές φάλαινες επιτίθενται σε ανθρώπους και σε πλοία. Μια ομάδα επιστημόνων και ερευνητών θα κληθούν να λύσουν το πρόβλημα υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ, με επικεφαλής μια φιλόδοξη στρατηγό, αμερικανοασιατικής καταγωγής. Το βιβλίο δηλαδή συνδυάζει τον καταιγιστικό ρυθμό, την επιστημονική γνώση αλλά και φαντασία, μικρές ερωτικές ιστορίες, ακόμα και στρατιωτικο-πολιτικές ίντριγκες.

Oι επιστήμονες ανακαλύπτουν ότι οι καταστροφές προέρχονται από έναν μεγάλο αριθμό μονοκύτταρων οργανισμών με πρωτόγονα βιολογικά χαρακτηριστικά που διαθέτουν ιδιαίτερα υψηλή νοημοσύνη, τους Υρρ, που ζουν στα βάθη της θάλασσας και θέλουν είτε να καταστρέψουν είτε να προειδοποιήσουν το ανθρώπινο είδος.

Και εκεί ακριβώς τίθεται μια σειρά ερωτημάτων: Είναι ο άνθρωπος το ανώτερο ον του πλανήτη; Αν όχι θα μπορούσε να συμβιώσει ειρηνικά με κάποια άλλα νοήμοντα όντα; Είναι διατεθειμένος να σταματήσει την καταστροφή του περιβάλλοντος; Μπορεί το συλλογικό συμφέρον να παραμερίσει το πολιτικό όφελος;

Αν και είναι σαφές από την πρώτη στιγμή πως ο συγγραφέας είχε στο μυαλό του πως το βιβλίο του κάποια στιγμή θα μπορούσε να γίνει ταινία, είναι γεγονός ότι δεν δείχνει ασέβεια προς τον αναγνώστη του. Το βιβλίο παρά τον μεγάλο του όγκο, διαβάζεται πολύ ευχάριστα και παραθέτει έναν τεράστιο αριθμό πληροφοριών και γνώσεων για τη θαλάσσια βιολογία και τη γεωλογία που και χρόνο θα χρειαζόταν κάποιος για να τις συγκεντρώσει όλες μαζί, αλλά και δεν είναι βέβαιο ότι θα τις αφομοίωνε το ίδιο εύκολα όπως συμβαίνει διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο. Ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου παραθέτει μια μεγάλη σειρά από ευχαριστίες προς τους επιστήμονες, τους οποίους συμβουλεύτηκε για να γράψει το βιβλίο του, μάλιστα 1-2 από αυτούς έχουν "ρόλο" στο έργο του με το πραγματικό τους όνομα. Βέβαια, αυτή η παράθεση επιστημονικών γνώσεων έχει ένα κάποιο κόστος, γιατί είναι στιγμές που το βιβλίο μοιάζει με επιστημονική μελέτη παρά με λογοτεχνικό έργο, αλλά παρόλα αυτά δεν κουράζει.



Το γενικό συμπέρασμα του βιβλίου προκύπτει από την πεποίθηση του συγγραφέα ότι η θρησκεία επινόησε τη "θεωρία" πως ο άνθρωπος βρίσκεται στην κορυφή της εξελικτικής διαδικασίας της ζωής στον πλανήτη πρεσβεύοντας πως δημιουργήθηκε από τον θεό "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση".

Και διαφωνεί κάθετα μ΄ αυτό.

‘’Δεν είμαστε κάποιο παράγωγο κάποιας ανώτερης φυσικής εξέλιξης’’, έλεγε τώρα η Κρόου. ‘’Ο άνθρωπος είναι τυχαίο δημιούργημα. Είμαστε το αποτέλεσμα μιας κοσμικής καλοτυχίας, όταν ένας γιγάντιος μετεωρίτης έπεσε πάνω στη Γη και εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι. Δίχως αυτό το γεγονός ο πλανήτης θα κατοικούνταν σήμερα από νοήμονα σαυροειδή ή απλώς κάποια ζώα. Χρωστάμε την ύπαρξή μας σε ευνοϊκές φυσικές συνθήκες, όχι σε κάποια λογική διαδικασία. Από τους εκατομμύρια πιθανούς δρόμους ανάπτυξης που θα μπορούσαν να πάρουν οι πρώτοι πολυκύτταροι οργανισμοί του καμβρίου, ίσως μονάχα αυτός ο ένας υπήρχε για να εμφανιστούν οι άνθρωποι’’.
Είμαστε μονάχα μια μικρή ομάδα από τα είδη των θηλαστικών, που η εξέλιξη δεν την έχει καν καταχωρήσει στις επιτυχίες της. Τα πιο επιτυχημένα θηλαστικά είναι οι νυχτερίδες, οι αρουραίοι και οι αντιλόπες. Δεν αντιπροσωπεύουμε το τελευταίο κεφάλαιο, το αποκορύφωμα της ιστορίας της Γης, αλλά ένα από τα πολλά. Δεν υπάρχει καμιά τάση που να οδηγεί σε χρυσές εποχές της Φύσης, υπάρχει μόνο επιλογή. Με το πέρασμα του χρόνου κάποιο είδος αυτού του πλανήτη μπορεί να επιδεικνύει για ένα διάστημα αυξανόμενη σωματική και πνευματική πολυπλοκότητα, αλλά αν το δούμε συνολικά, δεν είναι τάση αυτό και οπωσδήποτε δεν είναι πρόοδος. Γενικώς η ζωή δεν διακρίνεται από καμία ορμή για την πρόοδο. Προσθέτει στο οικοσύστημα ένα σύνθετο στοιχείο, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την απλή μορφή των βακτηρίων αναλλοίωτη επί τρία δισεκατομμύρια χρόνια. Η ζωή δεν έχει κανένα λόγο να θέλει να βελτιώσει ο,τιδήποτε.
Εάν υπάρχει Θεός και αυτός ο Θεός είναι ευφυής, τότε έχει τακτοποιήσει τα πράγματα έτσι ακριβώς. Κατά συνέπεια δεν είμαστε το αριστούργημά του, αλλά μια παραλλαγή που θα επιβιώσει μόνο αν συνειδητοποιήσει τον ρόλο της ως παραλλαγής.
Εντάξει, οι άνθρωποι είναι σχετικά μεγαλόσωμοι. Ενα μεγαλύτερο σώμα είναι ένα καλύτερο σώμα; Ορισμένα είδη φαίνεται πράγματι ότι γίνονται συνεχώς μεγαλύτερα διαμέσου της επιλογής, τα περισσότερα όμως, αν και μικρόσωμα, τα καταφέρνουν πολύ καλά. Σε περιόδους μαζικού αφανισμού τα μικρότερα είδη επιβιώνουν πιο εύκολα, ενώ τα μεγάλα αφανίζονται κάθε κάποια εκατομμύρια χρόνια, η εξέλιξη εγκαθιστά κατώτερα όρια μεγέθους, η ανάπτυξη ξαναρχίζει, μεγαλώνουν, ώσπου χτυπά ο επόμενος μετεωρίτης! Μπαμ! Ιδού το θεϊκό σχέδιο!

Είναι τα εξόχως εξειδικευμένα είδη, όπως ο άνθρωπος που εκλείπουν κάτω από ακραίες μεταβολές, επειδή δεν έχουν ικανότητα προσαρμογής. Αντιθέτως, οι περισσότεροι μονοκύτταροι οργανισμοί αντέχουν περιόδους παγετώνων και εκρήξεις ηφαιστείων, υπερβολικές δόσεις οξυγόνου και μεθανίου, μπορούν για χιλιάδες χρόνια να περνούν σε μια κατάσταση συγγενή προς τον θάνατο και να ξαναζωντανεύουν αργότερα. Τα βακτήρια υπάρχουν χιλιόμετρα βαθιά μέσα στα πετρώματα, σε κοχλάζουσες πηγές, σε παγετώνες. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσαμε να επιζήσουμε, ενώ εκείνα τα καταφέρνουν θαυμάσια και χωρίς εμάς. Ακόμα και το οξυγόνο στον αέρα προϊόν των βακτηρίων είναι.

- Δεν μπορείτε να συγκρίνετε ένα ανθρώπινο πλάσμα με ένα μικρόβιο. …Προδίδετε την ανθρωπότητα ήδη με τα λόγια σας.

«Οχι, η ανθρωπότητα προδίδει τον πλανήτη, προκαλώντας δυσαναλογία μεταξύ των μορφών ζωής και της σημασίας τους. Είμαστε το μοναδικό είδος πάνω στη Γη που το κάνει αυτό. Αξιολογούμε. Εχουμε κακά ζώα, σπουδαία ζώα, χρήσιμα ζώα. Κρίνουμε τη Φύση βάσει αυτού που βλέπουμε, αλλά βλέπουμε μόνο ένα μικρό μέρος της, που του αποδίδουμε υπερβολική σημασία. Εστιάζουμε στα μεγάλα ζώα, τα σπονδυλωτά, βασικά σε εμάς τους ίδιους.

Δεν είμαστε επιτυχημένοι. Αν θέλετε να θαυμάσετε επιτυχία, κοιτάξτε τους καρχαρίες. Βρίσκονται εδώ σε μορφή ίδια και απαράλλαχτη από το δεβόνιο, τετρακόσια εκατομμύρια χρόνια πριν. Είναι εκατό φορές αρχαιότεροι από οποιονδήποτε πρόγονο του ανθρώπου και υπάρχουν πάνω από τριακόσια πενήντα είδη. Αλλά οι Υρρ είναι κατά πάσα πιθανότητα ακόμα αρχαιότεροι. Αν πρόκειται όντως για μονοκύτταρους οργανισμούς κι αν έχουν βρει ένα κόλπο να σκέφτονται ομαδικά, βρίσκονται αιώνες μπροστά μας. Δεν θα καταφέρουμε ποτέ να τους προλάβουμε. Μπορούμε βέβαια να τους εξοντώσουμε. Θέλουμε όμως να το ρισκάρουμε; Ξέρουμε ποια σημασία ενδέχεται να έχουν για την ύπαρξή μας; Ισως αποδειχτεί δυσκολότερο να ζήσουμε χωρίς αυτό τον εχθρό παρά μαζί του’’.


Κλείνω με τρεις παρατηρήσεις:

α) Ακόμα κι εγώ που δεν φημίζομαι για τον ...φιλοαμερικανισμό μου βρήκα ενοχλητικό το διαχωρισμό των "κακών" Αμερικανών και των ευαίσθητων και ευγενικών Ευρωπαίων επιστημόνων. Στην ταινία, πάντως, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα αλλάξουν σημαντικά οι συγκεκριμένες ...ισορροπίες.

β) θα ήθελα να έμενε ο συγγραφέας λίγο παραπάνω στις σκηνές των καταστροφών - και αυτός ο συσχετισμός θα αλλάξει στην ταινία. Με αποζημιώνει βέβαια απόλυτα στο συγκλονιστικό φινάλε, αλλά θα ήθελα κάτι παραπάνω και στα επιμέρους σημεία.

γ) Οσο κι αν αποτελεί πραγματικότητα πως η θρησκεία "επινόησε" την ανωτερότητα του ανθρώπινου είδους, δεν γίνεται να "ακυρώνουμε" ολοκληρωτικά την ικανότητα που ανέπτυξε ο άνθρωπος να λειτουργεί συλλογικά.

Και κάτι τελευταίο: Αξίζει ιδιαίτερης μνείας η μετάφραση του Στέφανου Τζαννετάτου που είναι εξαιρετική και δεδομένης της δυσκολίας και των πολλών επιστημονικών όρων συνιστά έναν πραγματικό άθλο.

Αξίζει πραγματικά, διαβάστε το!

Δύο πολύ καλές κριτικές για το βιβλίο έχουν γράψει ο Δημήτρης Μαμαλούκας και ο Αlexandros.