Saturday, July 28, 2007

Τα χερουβείμ της μοκέτας

Για να αγαπήσω ένα βιβλίο χρειάζεται μια βασική προϋπόθεση: Να διαθέτει έναν ήρωα που θα λατρεύω να αγαπώ ή έναν ήρωα που θα λατρεύω να μισώ. Εξυπακούεται πως το βιβλίο στο οποίο ο ήρωας δεν καταφέρνει να μου κινήσει το ενδιαφέρον είτε θετικά είτε αρνητικά πολύ απλά ανήκει σ΄ αυτά που, αφού τα διαβάσω θα τα χαρακτηρίσω ως αδιάφορα. Ο ήρωας που θα με προδιαθέσει θετικά είναι αυτός που είτε θα ταυτιστώ μαζί του, είτε θα τον συμπονέσω, είτε θα τον θαυμάσω. Αυτός που θα με προδιαθέσει αρνητικά είναι αυτός που όσο προχωρούν οι σελίδες με εξοργίζει, με κάνει να τον απεχθάνομαι και στο τέλος να τον μισώ.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Ελένης Γιαννακάκη «Τα χερουβείμ της μοκέτας» βρέθηκα απέναντι σε έναν τέτοιο ήρωα. Μια γυναίκα που όσο προχωρούσε το βιβλίο δεν μου άφηνε το παραμικρό παραθυράκι ελπίδας ότι θα μπορέσω να κατανοήσω τις πράξεις της και να δικαιολογήσω τις ενέργειές της. Αντίθετα γραμμή με γραμμή, σελίδα με σελίδα μου επιβεβαίωνε πως η πρώτη κρίση μου για τον αποκρουστικό χαρακτήρα της ήταν απόλυτα ορθή. Ηταν ό,τι πιο ποταπό από πλευράς χαρακτήρα έχω συναντήσει τα τελευταία χρόνια διαβάζοντας κάποιο βιβλίο. Κάτι ανάλογο είχα πάθει διαβάζοντας το βιβλίο της Αυστριακής Ελφρίντε Γέλινεκ. Κάτοχος βραβείου Νόμπελ το 2004, η συγκεκριμένη συγγραφέας, οπότε και θεώρησα φυσικό να διαβάσω κάποιο βιβλίο της. Επέλεξα την «Πιανίστρια» ή «Δασκάλα του Πιάνου» όπως είναι πιο γνωστή καθώς έγινε και ταινία (ναι, μαζοχίστηκα τόσο, ώστε μετά από αυτή την εμπειρία, είδα και την ταινία…) και πραγματικά καταρρακώθηκα μέχρι να τελειώσω το βιβλίο. Δεν προχωρούσε με τίποτα. Μου πήρε τρεις μήνες να το τελειώσω γιατί το έβαλα πείσμα να μη το αφήσω στη μέση, τη στιγμή που συνήθως διαβάζω κατά μέσο όρο πέντε βιβλία το μήνα. Που σημαίνει ότι μου στέρησε 14 πιθανότητες να διαβάσω κάτι που θα μου δημιουργήσει ευχάριστα συναισθήματα. Κι όταν τελικά έφτασα στην τελευταία του σελίδα μην έχοντας σε παραμικρή υπόληψη την ηρωίδα του, αισθανόμουν τεράστια κούραση και καμία ευχαρίστηση, μόνο μία ανακούφιση επειδή τελείωσε το «μαρτύριο».
Δεν έχει βέβαια η ηρωίδα της Γέλινεκ την παραμικρή σχέση με αυτή της Γιαννακάκη ανεξάρτητα από την ενόχληση που δημιουργεί ο χαρακτήρας της. Εκείνη ήταν μια γυναίκα που είτε από υπερβολική αγάπη, είτε από αδράνεια, αδυνατούσε να αντιταχθεί στην κυριαρχική (αν και ασθενική) μητέρα της έχοντας όμως πλήρη επίγνωση της αρρωστημένης κατάστασής της. Η ηρωίδα της Γιαννακάκη δεν έχει την παραμικρή επίγνωση της δικής της κατάστασης, αφού η ελαστική συνείδηση που διαθέτει, της επιτρέπει να προσαρμόζει την πραγματικότητα στα δικά της «θέλω» και στα δικά της «πιστεύω».
Και βέβαια το βιβλίο της Γέλινεκ είναι «δυσκοίλιο». Αντίθετα της Γιαννακάκη, αν εξαιρέσεις τις πρώτες σελίδες όπου ακόμα ψάχνεσαι για να καταλάβεις περί τίνος πρόκειται, κυλάει σαν νερό. Διαβάζεται εύκολα και μάλιστα πιάνεις τον εαυτό σου να σε απασχολεί συνεχώς το τι θα γίνει παρακάτω. Ομως, τα συναισθήματα για την ηρωίδα του είναι τόσο αρνητικά που ακόμα κι αυτή η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποδειχτεί φτωχή για να τα περιγράψει. Η όλη ψυχοσύνθεση της ηρωίδας, της Μαρίας, συνοψίζεται στην παρακάτω φράση.

«Μπορεί η Μαρία, είναι γεγονός, να αποστασιοποιείται καλώς ή κακώς σχετικά εύκολα και να επικεντρώνεται στην όψη της πραγματικότητας που την εξυπηρετεί στην κάθε περίπτωση κι αυτό την έχει βοηθήσει αφάνταστα όλα αυτά τα χρόνια».

Ετσι η ηρωίδα δεν διστάζει να αποκαλύψει για παράδειγμα στον μετέπειτα σύζυγό της τα
«παραστρατήματα» της πρώην συζύγου του, ελαφρά τη καρδία και χωρίς την παραμικρή τύψη, αλλά θεωρεί «σκύλα» όποια φιλενάδα της θα υποπτευθεί – έστω – ότι γνωρίζει και σκοπεύει να αποκαλύψει δικά της ένοχα μυστικά.

Οπως επίσης προτιμά να αφήσει τον καρκινοπαθή πατέρα της να πεθάνει μια ώρα αρχύτερα, παρά να αντιταχθεί στη θέληση της ευκατάστατης οικογένειας του συζύγου της που αντέδρασε στην παραμονή στο σπίτι ενός άρρωστου ανθρώπου για όσο διάστημα θα διαρκούσε η
αποθεραπεία του, «δικαιολογώντας» τον εαυτό της ότι έπρεπε να μην θέσει σε κίνδυνο τον γάμο της για έναν άνθρωπο που έτσι κι αλλιώς του έμεναν μόλις δύο χρόνια ζωής.

Κι αυτά είναι μόνο δύο από τα άπειρα παραδείγματα στα οποία η ηρωίδα ακόμα και τις φορές που …«κάποτε της έρχεται να δει και από την άλλη πλευρά των πραγμάτων, ή τις άλλες, -- πάντα υπάρχουν περισσότερες από μία πλευρές για ένα συμβάν, έτσι δεν είναι; - πατάει κουμπάκι με κάποιο τρόπο, αποστρέφει το βλέμμα μεθοδικά – έχει γίνει μανούλα πια σ΄ αυτό – περιφέροντας τη ματιά της φερ΄ ειπείν σε ημικύκλιο στον ορίζοντα που είναι ένας από τους τρόπους που από παιδί είχε βρει να ξεκολλάει το μυαλό της από κάπου...».

H Μαρία, η ηρωίδα της Γιαννακάκη, έχει χτίσει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στο σπίτι της που είναι το βασίλειό της με θρόνο της το μπάνιο της που τελικά γίνεται ο «τόπος εξαγνισμού» της. Εξαπολύει έναν πραγματικό πόλεμο εναντίον των μικροβίων, των παράσιτων, της ορατής και αόρατης βρομιάς, ωστόσο κάθε πλακάκι, κάθε αρμός που καθαρίζει της προσφέρει την
ψευδαίσθηση (;) πως εξαγνίζει το δικό της κορμί από τις αμαρτίες και τα ένοχα μυστικά της – και είναι πολλά αυτά τα μυστικά.

Εξισώνει μέσα στο ταραγμένο μυαλό της τις δικές της ανόσιες πράξεις με τις παραβάσεις
ή παραλείψεις των υπόλοιπων ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων θεωρώντας ότι αποτελούν το ίδιο ακριβώς πράγμα, άρα δικαιούται να έχει και η ίδια έναν ήρεμο ύπνο και μια ήσυχη ζωή όπως αυτοί.

Μέσα σε 287 σελίδες περιγράφεται ένα 17ωρο από την ζωή μιας γυναίκας από την στιγμή που θα σηκωθεί το πρωί μέχρι το βράδυ που θα πέσει να κοιμηθεί με την ίδια να αναλύει σε κάθε γραμμή τις σκέψεις της. Ενας εσωτερικός μονόλογος, μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται μια διαταραγμένη ψυχωτική προσωπικότητα που αλίμονο αν κάνει κάποιος κάνει την εφιαλτική υπόθεση πως σαν κι αυτή …κυκλοφορούν κι άλλες γύρω μας και μάλιστα τέτοιου είδους γυναίκες μεγαλώνουν όπως και η ηρωίδα παιδιά. Και μάλιστα νιώθουν περήφανες για το γεγονός ότι έχουν αφιερωθεί ολοκληρωτικά σ΄ αυτά (η συγκεκριμένη είχε πτυχίο αρχιτεκτονικής με άριστα κι όμως εγκατέλειψε τα όνειρα για καριέρα για να γίνει μια ευτυχισμένη σύζυγος – νοικοκυρά – μαμά) και έχουν την πεποίθηση ότι τους προσφέρουν την τέλεια διαπαιδαγώγηση.

Κι αν η ηρωίδα γίνεται κατάπτυστη στα μάτια των περισσότερων – θέλω να πιστεύω – αναγνωστών, η επιτυχία της Γιαννακάκη είναι ότι δημιουργεί σελίδα με σελίδα ένα ψυχολογικό θρίλερ με εξαιρετικό σασπένς και ανέλπιστες ανατροπές που κρατάνε ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία λέξη. Εξάλλου και αυτή η σφοδρή αντιπάθεια
που δημιουργεί στον αναγνώστη η ηρωίδα της και η αγωνία με την οποία περιμένει να δει πού θα καταλήξει αυτή η υπόθεση, τι άλλο από λογοτεχνική ικανότητα της συγγραφέως θα μπορούσε να συνιστά;


Δύο ενστάσεις έχω μόνο.
Αφενός για την συχνή αναφορά στις σωματικές εκκρίσεις της ηρωίδας που, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι κάθε άλλο παρά είναι συμπαθής στον αναγνώστη, καταλήγει να γίνεται εξαιρετικά ενοχλητική,

Αφετέρου για το γεγονός ότι το μυθιστόρημα όπως είναι δομημένο περιορίζει το κοινό του. Είναι δηλαδή από εκείνα που θα έλεγε κανείς πως απευθύνονται κυρίως σε γυναίκες και αδυνατώ να καταλάβω πόσο εύκολα θα αποφάσιζε να το διαβάσει ένας άνδρας.

Από την άλλη πάλι βέβαια κι εγώ είμαι εχθρός του συγκεκριμένου είδους κι όμως τελικά
«ρούφηξα» το βιβλίο. Εξακολουθώ, ωστόσο, να θεωρώ πως δύσκολα θα έχει την υπομονή να το κάνει αυτό ένας εκπρόσωπος του αντίθετου φύλου.


ΥΓ. Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από κάποιες παραστάσεις στην ...αγγλικής αισθητικής μοκέτα του αδερφού της ηρωίδας που
στάθηκε η αφορμή για να τοποθετήσει τις δικές της, τις οποίες ξήλωσε αργότερα την ίδια ακριβώς ημέρα που συνέβη ένα από τα περιστατικά που σημάδεψαν τη ζωή της.

Tuesday, July 24, 2007

Kαθένας

Ξεκινώ με το αυτονόητο. Οποιος δεν βρίσκεται σε καλή ψυχολογική κατάσταση δεν πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Καθένας». Το βιβλίο αντενδείκνυται και για την περίπτωση των διακοπών. Δεν είναι και το πλέον κατάλληλο για να το διαβάσεις στην παραλία, ή σε μια σκιερή γωνιά το απογευματάκι, όταν προσπαθείς να χαλαρώσεις. Και εννοείται ότι είναι τραγικό λάθος να το διαβάσεις το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθείς, όπως έκανα εγώ. Είναι σκοτεινό από την αρχή μέχρι το τέλος. Από το εξώφυλλο, μαύρο σαν τον θάνατο μέχρι το περιεχόμενο που αυτόν (τον θάνατο) πραγματεύεται. Επιπλέον, δεν νομίζω ότι ενδείκνυται για νέους ανθρώπους από την άποψη ότι θα το βρουν είτε βαρετό είτε αδιάφορο. Τόσες συχνές αναφορές σε αρρώστιες και στο φόβο του θανάτου για κάποιον άνθρωπο που σφύζει από ζωή και υγεία, μάλλον κουράζει και σε τελική ανάλυση δεν τον αφορά – ακόμα τουλάχιστον. Μήπως όμως ενδείκνυται για τους μεγαλύτερους σε ηλικία; Μάλλον δύσκολα, από την στιγμή που το θέμα που πραγματεύεται αφορά αυτό που πρόκειται – με βάση τη φυσική ροή των πραγμάτων – να αντιμετωπίσουν αργά ή γρήγορα.

Θα μου πεις τότε ποιον αφορά το βιβλίο ενός συγγραφέα που πιθανότατα αισθάνεται – έστω και με το «άλλοθι» της συγγραφής ενός βιβλίου - πως ήρθε η ώρα να εκθέσει τα πεπραγμένα του μπροστά στο θάνατο; Αυτός είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο «Καθένας» του τίτλου,
που κάνει έναν απολογισμό της ζωής του αφήνοντας σε όλο το βιβλίο του να εκφραστεί ο φόβος και η αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο.
Η απάντηση είναι πως αφορά τον Καθένα. Και πως ο Καθένας θα πρέπει να το διαβάσει, σε κάποια χρονική στιγμή της ζωής του. Βέβαια, ο Καθένας θα το εισπράξει διαφορετικά. Κάποιος δεν θα αντέξει να το τελειώσει, κάποιος θα απογοητευθεί γιατί θα το βρει κατώτερο των προσδοκιών του και κάποιος άλλος θα επηρρεαστεί ψυχολογικά από την ανάγνωσή του.
Αυτό δηλαδή που συνέβη σε μένα που είχα πρόσφατο το θάνατο της γιαγιάς μου μετά από
τρία χρόνια παραμονής στο κρεβάτι και έζησα από πολύ κοντά όλη αυτή την αγωνία του ανθρώπου που πλησιάζει στο τέλος (παρόλο που η γιαγιά μου δεν είχε πλήρη συνείδηση της κατάστασής της, λόγω Αλτσχάιμερ).

Οταν όμως καταλαγιάσει η ένταση αυτό που μένει, αξίζει. Κι ας είναι αυτό το κάτι μόνο κάποιες σκέψεις σκόρπιες, αλλά αληθινές. Αυτές που συνήθως διαβάζουμε στα βιβλία και ξέρουμε ότι είναι και δικές μας αλήθειες που θα μπορούσαμε να τις είχαμε γράψει εμείς, αν τα καταφέρναμε στο γραπτό λόγο τόσο καλά όσο ο συγγραφέας που μόλις διαβάσαμε το βιβλίο του.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι η πορεία προς το θάνατο (μάλιστα το βιβλίο ξεκινά με την κηδεία του) ενός Αμερικανοεβραίου που είχε παντρευτεί τρεις φορές, είχε δυο γιους από την πρώτη σύζυγο, με τους οποίους έχει κακές σχέσεις και μία κόρη από την δεύτερη που την υπεραγαπούσε και τον υπεραγαπούσε. Ενας άνθρωπος που είχε έντονη σεξουαλική ζωή στην οποία αφιερώνονται αρκετές σελίδες του βιβλίου, αλλά στα 70 του χρόνια μένει μόνος του αντιμέτωπος με τις αρρώστιες του. Είναι αλήθεια ότι στις αρρώστιες του αφιερώνεται μεγάλο τμήμα του βιβλίου, γεγονός που θα ενοχλήσει αρκετούς αναγνώστες, αν το δουν ξεκομμένα από την όλη προσπάθεια του συγγραφέα να περιγράψει την αγωνία του ήρωά του.
Η περιγραφή γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και πιθανότατα αυτό συμβαίνει επειδή το βιβλίο τελειώνει με μια ακόμα χειρουργική επέμβαση στον ήρωα από την οποία δεν επρόκειτο να ξυπνήσει. Το βιβλίο δεν έχει απρόβλεπτο ούτε καν άγνωστο τέλος, αφού το παραθέτει στις πρώτες κιόλας σελίδες του. Επομένως, αυτό που έχει να δώσει στον αναγνώστη είναι η πλοκή του. Είναι ο τρόπος που παρατίθενται οι αναμνήσεις του ήρωα από τις χαρές της ζωής που απολάμβανε όταν ήταν νέος και η πορεία του μέχρι την στιγμή του αναπόφευκτου τέλους. Και είναι γεγονός ότι αυτή την πλοκή ο Ροθ την πραγματοποιεί με ιδιαίτερη μαεστρία.

Τι κράτησα από το βιβλίο του Ροθ; Κάποιες αλήθειες.

Οπως αυτή που περιγράφει στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, στην κηδεία του ήρωά του. Οταν όλοι συνεχίζουν τη ζωή τους άλλος με περισσότερη θλίψη και άλλος με λιγότερη αλλά εκείνος που «έφυγε» μένει μόνος πίσω.

«Σε λίγα λεπτά όλοι είχαν φύγει. Με βήματα βαριά και δακρυσμένοι – όλοι είχαν φύγει από την λιγότερο αγαπημένη ενασχόληση του είδους μας – κι εκείνος έμεινε πίσω».


Και ακόμα πώς ο γέρος καλείται να δώσει την μεγαλύτερη μάχη της ζωής του σε μια χρονική στιγμή που ούτε δυνάμεις έχει ούτε αντοχές, όπως του το περιέγραψε η χήρα – πια – του αγαπημένου του προϊστάμενου, αυτού που τον ανέδειξε στην δουλειά του στη διαφημιστική εταιρεία όπου δούλευε:

«Φαίνεται πως οι αρτηρίες του είχαν πάθει μεγάλη ζημιά. Ξέρεις, παλιώνουν οι αρτηρίες, χαλάνε, κι από ένα σημείο και μετά το σώμα αρχίζει να διαλύεται. Και τον είχε κουράσει όλο αυτό. Τις προάλλες μου είπε: ``Κουράστηκα πια΄΄. Ηθελε να ζήσει, αλλά κανένας δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό ώστε να ζήσει λίγο παραπάνω. Τα γηρατειά είναι μάχη, πότε με το ένα, πότε με το άλλο. Είναι μια μάχη αδυσώπητη και τη δίνεις όταν είσαι πιο ανίκανος από ποτέ να ξαναμπείς στον αγώνα».


Λίγο μετά, περιγράφει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την «θανάσιμη παγίδα» της παρατεταμένης αρρώστιας, όταν αναλογίζεται πως λόγω των πολλών προβλημάτων υγείας του, έφτασε στο σημείο να φθονεί τον αγαπημένο του αδερφό, μόνο και μόνο επειδή εκείνος ήταν απόλυτα υγιής.

«Θαρρείς και τώρα που οι γονείς τους είχαν πεθάνει, πριν από πολλά χρόνια, είχαν απελευθερωθεί μέσα του κάθε είδους παρορμήσεις που, ή τις είχε προγράψει προηγουμένως ή δεν υπήρξαν ποτέ, κι αφήνοντάς τες να ξεσπάσουν - μέσα στη λύσσα του αρρώστου, ανίκανου να αποφύγει την πιο θανάσιμη παγίδα της παρατεταμένης αρρώστιας: τη διαστρέβλωση του χαρακτήρα – είχε καταστρέψει τον τελευταίο δεσμό με τους πιο αγαπημένους του ανθρώπους».


Συγκλονιστικό είναι και το πώς έχει «ψυχανεμισθεί» την γυναικεία ψυχοσύνθεση στο θέμα της απιστίας. Που δεν είναι αυτή καθ΄ αυτή η απιστία που ενοχλεί, αλλά τα ψέματα που επιστρατεύονται για να μην αποκαλυφθεί. Το περιγράφει χαρακτηριστικά η δεύτερη σύζυγος του ήρωα, την στιγμή της μοναδικής – αλλά οριστικής – ρήξης της σχέσης τους, όταν του αποκαλύπτει πως γνώριζε όλα τα παραστρατήματά του και δεν είναι διατεθειμένη να κάνει πια υπομονή.

«Η βάση όλων των πραγμάτων είναι η εμπιστοσύνη. Ακόμα κι αν προδώσεις την εμπιστοσύνη, το ξεπερνάς αν ο άλλος το παραδεχτεί. Τότε παραμένετε σύντροφοι διά βίου. Με διαφορετικό τρόπο, αλλά πάντως σύντροφοι. Ομως, τα ψέματα… Τα ψέματα είναι ένας ποταπός, ένας άθλιος τρόπος να ελέγχεις τον άλλο. Σημαίνει να παρακολουθείς τον άλλο να ενεργεί πάνω σε ελλιπείς πληροφορίες μ΄ άλλα λόγια να εξευτελίζεται».

Thursday, July 12, 2007

Ποδοσφαιρικό νταραβέρι

Αυτά είναι. Ποιος καύσωνας τώρα και ποια μπάνια του λαού; Μεταγραφές! Ολα τα λεφτά. Δεν πα να σκάει ο τζίτζικας και να ψάχνεσαι πώς θα μαζέψεις μπερντέ για να πας σε κανά νησάκι; Ευτυχώς πέρασε ο δύσκολος ο Ιούνης κι άρχισε να ζωντανεύει το πράγμα. Από εκεί που δεν κουνιότανε τίποτα, τώρα δεν ξέρεις κατά πού να πρωτοκοιτάξεις. Στο φουλ είναι το νταραβέρι. Από Λατινική Αμερική μέχρι Αφρική κι από Ισπανία μέχρι Ουκρανία. Ολη η Γη ένα τσιγάρο δρόμος. Για ρώτα και τον Ιβιτς. Που έχει κάνει τα ταξίδια ανά την Υφήλιο Κυψέλη - Παγκράτι. Τη μια μέρα ο Λιάκος είναι στην Αργεντινή και την άλλη στην Ισπανία. Και την τρίτη αντί να γυρίσει στο σπίτι του που τον περιμένει και η Ελένη φεύγει στο καπάκι για την Ιταλία. Κλείνει ο Μορφέο, δεν κλείνει ο Μορφέο. Κλείνει ο Μπράβο δεν κλείνει ο Μπράβο. Τις έχει και τις αναποδιές του το μανατζεριλίκι. Αλλη συμφωνία επιτυγχάνεται άλλη όχι. Τη μια φταίει ο μπερντές που δεν φτάνει την άλλη φταίει η κυρία Μορφέο που δεν της αρέσει η Αθήνα. Αρχισε πάντως να τσουλάει το πράγμα γενικότερα. Το ΑΕΚάκι είναι ένα βήμα πιο μπροστά βέβαια αλλά αυτό είναι λογικό. Αυτό είναι που καίγεται για να είναι έτοιμο για τα ματσάκια στους ομίλους. Πρέπει να μονταριστεί πιο γρήγορα η ομάδα. Εκατσε και η φάση με τον Ριβάλντο και από εκεί που πήγαινε ο Ντέμης να μεγαλώσει τη λίμνη τώρα κοντεύει να την κάνει αρχιπέλαγος. Ποια εφήμερη χαρά τώρα είναι το πρωτάθλημα και τρίχες κατσαρές; Εγώ τις έλεγα αυτές τις μαλακίες θα σκέφτεται τώρα. Γειασάν του μάγκα πάντως που κατάφερε να το ξεχρεώσει το ΑΕΚάκι. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Μπορεί να είναι τζόρας, μπορεί να είναι περίεργος, μπορεί να μην αρέσει στους μισούς αλλά είναι νοικοκύρης κατά πως φαίνεται. Κι άμα κάνει και κανα δυο μεταγραφές μπορεί και να το πάρει το πρωτάθλημα. Θα μου πεις δεν είναι εύκολο. Σύμφωνοι. Εχει ακόμα κενά σε συγκεκριμένες θέσεις. Πάλι σύμφωνοι. Το παλεύει όμως το πράγμα. Και έχει και τον Βραζιλιάνο. Πα να πει έχει τον παίχτη που άμα κολλήσει η ομάδα μπορεί να την ξεκολλήσει. Αυτό που είχε πέρσι ο γαύρος. Και που δεν το έχει φέτος. Προς το παρόν. Ούτε κι εμείς το έχουμε. Τουλάχιστον όμως ρε παιδί μου σταμάτησε η γκρίνια. Εντάξει δεν σταμάτησε, μετριάστηκε. Πήρε ο άλλος τον πιτσιρικά τον Νούνιες, πήρε Γκαλέτι, πήρε Μπράβο, γύρισε κι ο Βούλης όσο νάναι σου λέει γίνονται κινήσεις. Βλέπουνε και το κολοπαίδι οι γαύροι να παίζει καλά στο Κόπα Αμέρικα και φτιάχνονται. Σου λέει με τέτοιο Νέρι του χρόνου θα γ...άμε και θα δέρνουμε. Μη φας θα φτιάξουμε γλαρόσουπα. Περιμένουνε να παίξει και στο πρωτάθλημα όπως παίζει στο Κόπα. Ετσι ακριβώς θα γίνει, μείνετε ήσυχοι. Οπως πέρσι που ξεκίνησε φουριόζος και στο τέλος τον ψάχνανε. Μπορεί όμως και να τον πουλήσουνε. Μακάρι θα μου πεις να γίνει αυτό μπας και σταματήσουμε να βλέπουμε τη σκατόφατσά του. Ετσι και τον πουλήσουνε λες να ξεσηκωθούνε οι γαύροι; Εξαρτάται. Αμα πιάσει καλή τιμή και ρίξει ο Σωκράτης τα λεφτά για να πάρει παίχτες δεν θα πούνε κουβέντα. Αμα όμως τα παντελονιάσει θα αρχίσουνε τη μουρμούρα.
Θα μου πεις τι ασχολείσαι με τους άλλους; Δεν κοιτάζεις την τύφλα σου; Σωστό κι αυτό. Τι να κοιτάξω όμως; Σάμπως ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι ή να λυπάμαι; Εδώ δεν έχω ξεκαθαρίσει πώς νοιώθω με την επιστροφή του Κάρα. Τον αγαπάω τον εκτιμάω, μου είχε λείψει, αλλά ...ηγέτης; Είναι ηγέτης; Θα κάνει τη διαφορά; Εντάξει έχει πείσμα, έχει πάθος όσο κανένας, το δέχομαι ότι θα εμπνεύσει και τα άλλα τα ξυλάγγουρα που δεν ξέρουνε σε ποια ομάδα ήρθανε, έκανε πράγματα και θαύματα στο παρελθόν, αλλά μην ξεχνάς τι παίχτες είχε δίπλα του. Τώρα τι θα έχει; Κάτσε να δούμε πώς θα κλείσει το ρόστερ και μετά το ξανασυζητάμε. Οσο έχω στην ομάδα Βύντρα και Σέριτς πώς μπορώ να ησυχάσω;
Ασε τώρα τον Πεσέιρο. Αυτός ή πολύ καλός θα βγει ή μεγάλη απάτη. Μέση κατάσταση δεν βλέπω να υπάρχει. Κι όχι τίποτα άλλο αλλά δεν κράτησε και μια πισινή. Τόσα χρόνια λέει κέρδιζε ο γαύρος, τώρα θα αρχίσει να κερδίζει ο Παναθηναϊκός. Φυλάξου ρε παλικάρι, κρύψε λόγια. Αμα έρθει καμιά στραβή πού θα πας να κρυφτείς; Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά εσύ δεν είσαι Μπάκε που αργεί να φτάσει το μήνυμα στον εγκέφαλο, ώστε να μην καταλάβεις τι σε χτύπησε. Εσύ θα το αισθανθείς το αστροπελέκι και θα σε τσουρουφλίσει. Και είναι κρίμα γιατί είσαι και συμπαθητικός. Αϊντε να δούμε. Θα την προλάβει την παρέλαση; ΄Η θα βγει πάλι ο δόκτωρ να μιλήσει για τον νέο προπονητή που έχει αφήσει στίγμα στο ευρωπαϊκό στερέωμα; Εγώ πάντως καλού κακού αυτή τη φορά τα σημείωσα τα λόγια που είπε στην παρουσίαση του νέου προπονητή. Κι άμα πει τα ίδια εκεί κατά τον Οκτώβρη θα τη φάει τη ροχάλα...

Monday, July 9, 2007

Εποχή Πεσέιρο

Παρουσιάστηκε λοιπόν και ο Πεσέιρο. Τον παρουσίασε ο Αργύρης ο Μήτσου και με το καλημέρα αρχίσανε τα ευτράπελα. Ο κύριος Πεσέιρο λέει έχει αφήσει το στίγμα του στο ευρωπαϊκό στερέωμα. Το ποιο; Είπαμε, να μην δουλευόμαστε και μεταξύ μας τώρα, δόκτωρ!
Ε, λοιπόν, εγώ αυτή την φετινή ομιλία του Μήτσου θα την
κρατήσω. Γιατί έχω μια υποψία ότι κάθε χρόνο τα ίδια λέει.
Κι επειδή του χρόνου πάλι άλλο προπονητή θα έχουμε, θέλω να κάνω σύγκριση. Θα μου πεις εδώ του χρόνου μπορεί να έχουμε και νέο πρόεδρο. Αλλο θέμα αυτό. Τέλος πάντων, τον Μήτσου τον ξέρουμε.

Σάμπως όμως δεν ξέρουμε την προχειρότητα της ομάδας όσον αφορά τους μεταφραστές; Αν εξαιρέσεις τον περσινό του Μουνιόθ, που ήταν άλλο πράγμα, επιστρέψαμε στην εποχή Μαλεζάνι. Ακουσα την παρουσίαση από την Ερα Σπορ και πρέπει τουλάχιστον τέσσερις με πέντε φορές η μεταφράστρια να ζήτησε από τον Πεσέιρο διευκρίνιση για κάτι που είπε. Ασε τώρα όταν έλεγε κάτι σχετικό με συστήματα και μπάλα. Δεν ήξερε πού παν τα τέσσερα. Μιλάμε τώρα ότι από οργάνωση η ομάδα είναι άλλο πράγμα. Επικοινωνιακά σκίζει (χασέδες). Μέχρι που είδε κι απόειδε κι ο Πεσέιρο και το γύρισε στα αγγλικά. Αλλη πονεμένη ιστορία κι αυτή. Μιλάμε τώρα για αγγλικά που ήταν κράμα greek kamaki και ιταλού μαφιόζου. Και στο τέλος όλο οκέι και οκέι.

Ασε τώρα οι αλήτες ρουφιάνοι που τον πήρανε από τη μούρη με το καλημέρα τον χριστιανό. Λες και δεν θα έχουνε ευκαιρίες να τον ξεσκίσουνε στη διάρκεια του πρωταθλήματος. Από την αρχή να του δείξουνε τις διαθέσεις τους. Μόνο όταν μιλάει ο Τζίγγερ είναι γατάκια και κάνουνε ερωτήσεις χάδια. Εκεί δεν ξέρουνε να κάνουνε καμιά δύσκολη ερώτηση. Στον προπονητή όμως ξέρουνε να κάνουνε το μάγκα. Πώς νομίζεις λέει ότι θα πετύχεις εκεί που αποτύχανε οι άλλοι; Τώρα δηλαδή τι περιμένεις να σου απαντήσει; Τι να απαντήσει και να μην εκτεθεί; ΄Η να μην εκθέσει; Να πει ότι θα πετύχει επειδή είναι καλύτερος από τους προηγούμενους; Θα τον πεις φαντασμένο. Να πει ότι θα πετύχει επειδή η διοίκηση θα πάρει φέτος καλούς παίχτες και δεν θα φέρει τα περσινά παλτά; Εύκολα λέγεται αυτό; Ο,τι και να πει χαμένος από χέρι θα είναι. Γι΄ αυτό και το πήρε αλλιώς. Για να μη βρει. Δεν κοιτάζω λέει το παρελθόν. Κοιτάζω το παρόν. Σωστός.

Οσο για το παιχνίδι που θα παίζει η ομάδα; Θέλω λέει να έχω το δικό μου μοντέλο. Αντε να το δούμε και το δικό σου το μοντέλο. Ετσι κι αλλιώς στην Πανάθα τα τελευταία χρόνια όλοι στου κασίδη το κεφάλι μάθανε προπονητική. Ενας πάνω ένας κάτω δεν τρέχει τίποτα.

Του αρέσει λέει η επίθεση. Αμα δεν κοιτάξει να πάρει καναν καλό σέντερ μπακ η ομάδα όμως να τον δω εγώ τι επίθεση θα φτιάξει, αν δεν μπορεί να μαζέψει τον κώλο του.

Αμ το άλλο; Μου αρέσει λέει το θέαμα γι΄ αυτό μπορεί να χάσω μερικά παιχνίδια. Εδώ είμαστε. Εδώ σε θέλω κάβουρα πως περπατάν στα κάρβουνα. ΄Η αλλιώς εδώ σε θέλω βάζελε να αποδείξεις αυτά που έλεγες πέρσι. Δε με νοιάζει να παίρνω τίτλους, αρκεί να δω επιτέλους τον Παναθηναϊκό να παίζει λίγη μπάλα της προκοπής; ΄Η να πάρω τίτλο κι όπως νάναι; Θα μου πεις χάθηκε ο κόσμος να τα πετύχεις και τα δύο; Οπως φαίνεται χάθηκε. Πώς όμως να του πεις του άλλου κάνε υπομονή για να φτιάξω ομάδα; Κάθε χρόνο ομάδα φτιάχνεις. Και αν εξαιρέσεις το 2004 έχει κάνει το μάτι μας <Να> για να δει τίτλο.

Και θέλει λέει ο Πεσέιρο και τον κόσμο στο γήπεδο. Προτιμώ λέει να έχω 20.000 φιλάθλους στο γήπεδο που να διαμαρτύρονται, παρά 2.000 που να χειροκροτούν. Nα το δούμε όμως αυτό στην πράξη. Θα το προτιμήσει ή θα αρχίσει τίποτα κάτσους σε καμιά συνέντευξη τύπου α λα Μαλεζάνι; Ευκαιρία να μάθουμε και τον κάτσο στα πορτογαλέζικα.

Saturday, July 7, 2007

Αλλος έχει επαφές με Ζάχαβι...

...κι άλλος παίρνει παίκτες από την ΜSI.
Kε σκε σε MSI; Media Sports Investment λέει που την
έχει ένας Ιρανός ο Kia Joorabchian που συνεργάζεται με τον Πίνι Ζάχαβι και έχει έδρα την Αγγλία. Και έχει λέει στην κατοχή της το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών της Κορίνθιανς και κάπου λέει μπλέκεται και ο Αμπράμοβιτς και μερικοί πιστεύουν ότι είναι και ο βασικός χρηματοδότης. Πιασ΄ τ' αυγό και κούρεφτο που θα έλεγε κι ο Γεωργίου.
Ιρανός και Ρώσος και Εβραίος και η διαπλοκή σ΄ όλο της το μεγαλείο.
Και τα συμφώνησε λέει ο Τζίγγερ μ΄ αυτή την ΜSI για να φέρει στην ομάδα τον Μαρσέλο Μάτος.
Μαϊστα. Κι εγώ τώρα τι να κάνω; Να κλάψω ή να γελάσω;
Καλό παιχτάκι λένε ότι είναι αλλά το ζήτημα είναι αν θα βγει. Στην τελική κανένας δεν κατηγόρησε τον Τζίγγερ ότι
δεν έριξε χρήμα. Mπορεί να προέρχεται από την καβουροοικογένεια, αλλά και πέρσι και πρόπερσι τα έχωσε. Εφερε όμως τα παλτά. Και ποιος μου λέει εμένα ότι δεν θα γίνει το ίδιο και φέτος;

Να μην ανησυχεί λέει ο κόσμος γιατί θα πάρουμε παίχτες που θα κάνουνε τη διαφορά. Την είδαμε τη διαφορά τα προηγούμενα χρόνια. Ο Φλάβιο έφυγε νύχτα, ο Μπίσκαν πέρασε και δεν ακούμπησε. Ασε τώρα το πιτ μπουλ τον Μπόβιο που δεν ήτανε ούτε κανισάκι. Θα μου πεις αυτός ο φουκαράς δεν κόστισε κιόλας. Καλού κακού πάντως κράτα κανα μικρό καλάθι να έχεις την ησυχία σου. Εγώ αν δεν τον δω να παίζει μπάλα δεν πρόκειται ούτε να πανηγυρίσω ούτε να σιχτιριάσω. Κι όχι τώρα σ΄ ένα ματς ή σε δυο. Κι ο Μπίσκαν στα φιλικά έσκιζε και παθαίναμε παράκρουση. Κι ο Σέριτς στο φιλικό με τη Σαραγόσα έτρεχε πάνω κάτω και λέγαμε ότι θα κάνει τον Μινχ να ξεχαστεί (οποία ιεροσυλία!). Και τώρα τον βλέπεις να τρέχει σαν ακέφαλο κοτόπουλο χωρίς σχέδιο και χωρίς προορισμό και τραβάς τα μαλλιά σου (και για αμυντικός λίγος μου κάνει, πόσο μάλλον να παίζει όλη τη γραμμή - θέλουμε και αριστερό μπακ ρεεεεεεεεεεεεεεε). Κι ο Ρομέρο γ...ούσε κι έδερνε στα βιντεάκια του youtube και είχαμε πάθει την πλάκα μας. Και τώρα ούτε για αναπληρωματικός του Νίνη δεν κάνει.
Γι΄ αυτό σου λέω. Ούτε παιχταράς ούτε σαπάκι ο Μάτος. Θα τον δούμε και εδώ θα είμαστε να τα ξαναπούμε. Και γι΄αυτόν και για τους υπόλοιπους.

Κι άσε τώρα τα "να μην ανησυχεί ο κόσμος". Επειδή ξέρει, ακριβώς γι΄ αυτό ανησυχεί...



Thursday, June 14, 2007

Aνακαλύπτοντας την ισπανική λογοτεχνία

Η σχέση μου με την ισπανική λογοτεχνία δεν ήταν ιδιαίτερα καλή τα προηγούμενα χρόνια, παρόλο που δεν ίσχυε το ίδιο με την ισπανόφωνη. Ενας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς στα φοιτητικά μου χρόνια υπήρξε ο Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες, ενώ αργότερα προστέθηκαν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες και ο Μάριο Βάργκας Λιόσα. Μάλλον η σχέση μου με τη λογοτεχνία ακολουθούσε τις …ποδοσφαιρικές μου προτιμήσεις, αφού σαν έφηβη συμπαθούσα την Ιταλία περισσότερο από την Ισπανία και …κλασσικά λάτρευα την Αργεντινή. Σταδιακά η συμπάθεια για την Ιταλία έφθινε (ευτυχώς μόνο ποδοσφαιρικά και όχι λογοτεχνικά), ενώ αυξήθηκε αυτή για την Ισπανία και όλη την Λατινική Αμερική. Ευτύχησα η γνωριμία μου με τους Ισπανούς λογοτέχνες να γίνει με ένα πολύ καλό βιβλίο. Βέβαια, αυτό είναι πάντα υποκειμενικό, αλλά για μένα η «Σκιά του Ανέμου» του Kάρλος Ρουίθ Θαφόν είναι από τα ωραιότερα βιβλία που έχω διαβάσει. Δεν είναι μόνο η υπόθεση που αγγίζει οποιονδήποτε αγαπάει τα βιβλία (ένας πατέρας οδηγεί το γιο του σε μια μυστική βιβλιοθήκη όπου όλα τα ξεχασμένα βιβλία περιμένουν αυτόν που θα τα βγάλει από τη λησμονιά), ούτε η πλοκή που οδηγεί στο απροσδόκητο (αυτό άλλωστε είναι το ζητούμενο για κάθε συγγραφέα). Είναι η πάρα πολύ καλή γραφή, οι εκπληκτικές περιγραφές τέτοιες που δύσκολα συναντάς πια στην πλειοψηφία των βιβλίων όπου η ανάγκη για ανατροπές και εξέλιξη περνούν επιφανειακά χαρακτήρες και τόπους. Σίγουρα η μετάφραση αξίζει ιδιαίτερη μνεία κι ήταν για μένα «σχολείο» αφού δογματικά πίστευα πως καμία μετάφραση δεν μπορεί να αποδώσει σωστά το πρωτότυπο, γι΄ αυτό και για χρόνια απέφευγα να διαβάζω ξένη λογοτεχνία. Εξ ου και ανακάλυψα τόσο αργά τους Ισπανούς.
Aυτό τον «λυρισμό» αλλά και την απαραίτητη «στάση» στις περιγραφές που υπάρχει στη «Σκιά του Ανέμου» τα συνάντησα σε όλους τους Ισπανούς συγγραφείς που διάβασα τελευταία. Οπως ο μακαρίτης πια Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν που έδωσε άλλη διάσταση στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο ήρωάς του, ο Πέπε Καρβάλιο είναι ιδιόρρυθμος και κυνικός κάποιες φορές (ποιος αστυνομικός ήρωας δεν είναι;) όμως δεν έχει την παραμικρή σχέση με τους αποστεωμένους, στεγνούς και ορθολογιστές ήρωες άλλων συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων. Εχει μια μεσογειακή ζωντάνια που ήταν πραγματική ξεκούραση όταν τον «ανακάλυψα» αμέσως μετά τον κακόκεφο Τζον Ρέμπους στους «Αναστημένους» του Ιαν Ράνκιν. Ο Μονταλμπάν δεν γράφει απλώς ιστορίες εξιχνίασης εγκλημάτων. Γράφει καθαρά λογοτεχνικά κείμενα. Ο Καρβάλιο είναι τύπος πληθωρικός και λάτρης των γκουρμέ γεύσεων, (μάλλον μια ψιλοαποτυχημένη τηλεοπτική μεταφορά του είναι ο «αστυνόμος Μπέκας» – όχι για την ερμηνεία του αγαπημένου μου Ιεροκλή Μιχαηλίδη, αλλά για την αναφορά σχεδόν σε κάθε επεισόδιο στις γαστρονομικές συνήθειες του ήρωα που μάλλον δεν πείθει για την ανάγκη ύπαρξής της έτσι όπως έχει ενταχθεί στο σενάριο). Στα βιβλία του Μονταλμπάν όπως ο «Ελληνικός Λαβύρινθος» και «Τα Λουτρά» μαζί με την αστυνομική ιστορία, ανακαλύπτεις και την Ισπανία, περπατάς στους δρόμους της προ-Ολυμπιακής Βαρκελώνης και μυρίζεις τα αρώματα της Ιβηρικής. Είναι απώλεια ο πρόωρος θάνατός του γιατί μπορεί να έχω στην αναμονή πολλά ακόμα δικά του βιβλία που δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως το ένα θα είναι καλύτερο από το άλλο, αλλά είναι βέβαιο ότι θα είχε ακόμα πολλά να δώσει.
Στην αναμονή έχω και την τριλογία του «Λοχαγού Αλατρίστε» (το ομώνυμο βιβλίο, «Η καθαρότητα του αίματος», «Ο ήλιος της Μπρέντα») του Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε. Ενός Ισπανού συγγραφέα – δημοσιογράφου που μπορεί με ιδιαίτερη άνεση να γράφει ιστορικά μυθιστορήματα που αποτελούν γνήσια λογοτεχνικά κείμενα, αποδεικνύοντας ότι ο συγγραφέας τους έχει το μυαλό του στο δημιούργημά του και όχι στο πώς θα γράψει βιβλίο – σενάριο για κινηματογραφική ταινία όπως κάνει ο Νταν Μπράουν.
Κι ας έχουν γίνει και δικά του βιβλία ταινίες όπως η «Ενατη Πύλη» του Ρομάν Πολάνσκι που βασίζεται στο βιβλίο του «η Λέσχη Δουμάς ή η σκιά του Ρισελιέ». Ενα βιβλίο μυστηρίου και καταιγιστικής δράσης που όμως η πλοκή του δεν προδίδει την λογοτεχνική γλώσσα.
Το ίδιο - και παραπάνω - ισχύει για το βιβλίο του «το Αίνιγμα της Σεβίλλης».
Με μια περιγραφή της ανδαλουσιάνικης πόλης που σε γοητεύει τόσο πολύ που θες να την επισκεφτείς στην πρώτη ευκαιρία. Για να μην πω πως νοιώθεις ότι την έχεις ήδη επισκεφτεί. Και τι να πω για τον «Ναυτικό Χάρτη» που εκτός από την άψογη γραφή και την ενδιαφέρουσα υπόθεση πρέπει να του έχει κοστίσει ώρες ατέλειωτες πάνω στη μελέτη των ναυτικών συνηθειών. Χώρια που η αγάπη του ήρωά του να διαβάζει μόνο βιβλία που αφορούν τη θάλασσα μου άνοιξε την όρεξη να διαβάσω βιβλία του Τζόζεφ Κόνραντ αλλά και τον Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ που είχα αγοράσει πριν από πολύ καιρό (ένα ογκωδέστατο βιβλίο από τις εκδόσεις Guttenberg που έχω όμως την εντύπωση ότι θα κυλάει σαν νερό, αλλά το αφήνω για εποχές που θα έχω περισσότερο ελεύθερο χρόνο).
Τα βιβλία μαζεύονται και με αγχώνει το ότι δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω, ενώ συνεχίζω να αγοράζω καινούργια. Κάποτε έλεγα πως θα τα διαβάσω με την ησυχία μου όταν θα φτάσω στη σύνταξη. Τώρα όμως λέω «Εφη, δεν προλαβαίνεις…». Η σύνταξη αργεί πολύ ακόμα (αν τα καταφέρω, γιατί με όσα βλέπω γύρω μου αρχίζω να αμφιβάλλω) και τα βιβλία συνωστίζονται παντού, «κλέβοντας» ζωτικό χώρο από το δωμάτιο. Ασε που έτσι όπως τα έχω στοιβάξει δεν αποκλείεται να έχω τελικά ένα «θάνατο από λογοτεχνία» όπως λέει και ο Κάρλος Μαρία Ντομίνγκεζ στο «Χάρτινο Σπίτι», αφού αν γίνει κανας σεισμός μέσα στη νύχτα πιο πιθανό είναι να πάω από τα βιβλία που θα μου πέσουν στο κεφάλι, παρά από το φυσικό φαινόμενο αυτό καθ΄ αυτό.
Εξίσου μεγάλο σεβασμό στη λογοτεχνία δείχνει η Ματίλντε Ασένσι στο βιβλίο της «Ο θησαυρός των Ιπποτών». Κι εδώ υπάρχει μυστήριο, Ναϊτες Ιππότες, ένας ιππότης που ακολουθεί μια διαδρομή που οδηγεί στα
χνάρια των φρουρών του μυθικού θησαυρού του Σολομώντα, με ιδιαίτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες των ηρώων, με πολύ ωραίες περιγραφές, με εξιστόρηση μιας ερωτικής ιστορίας αλλά και παράλληλες αναφορές σε ιστορικά στοιχεία που μου ξύπνησαν μέσα μου την ...ερευνήτρια και με ώθησαν να ψάξω να βρω περισσότερες πληροφορίες σχετικά με εκείνη την εποχή. Ενα ιστορικό μυθιστόρημα που δεν κάνει «εκπτώσεις» στην ποιότητα. Ελπίζω και το νέο της βιβλίο ο «Τελευταίος Κάτωνας» να είναι εξίσου καλό.
Και βέβαια τι να πω για το «βιβλίο των βιβλίων», το «Σπήλαιο των Ιδεών» του Χοσέ Κάρλος Σομόθα; Ενα θρίλερ που εκτυλίσσεται στην αρχαία Αθήνα με μια σειρά φόνων που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ένας αποκρυπτογράφος αινιγμάτων με αναφορές στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και σαφή στόχευση στον ψυχολογικό αιφνιδιασμό. Και μόνο η ικανότητα του Σομόθα να γράψει μια αρχαία ελληνική υπόθεση με τέτοιο τρόπο που σε τίποτα δεν υστερεί από το να καταπιανόταν μαζί της ένας Ελληνας συγγραφέας, αρκεί για να του αποδώσει κάποιος τα εύσημα. Ομως, ο Σομόθα δεν σταματάει εκεί. Φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη μυστήριο και ανατροπές με το πιο απροσδόκητο τέλος που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ή που τουλάχιστον εγώ έχω διαβάσει. Ενα τέλος που σε αφήνει αποσβολωμένο για ώρες να προσπαθείς να συλλάβεις το μέγεθος της φαντασίας του συγγραφέα και σου δημιουργεί παράλληλα αίσθηση πληρότητας γι΄ αυτό που μόλις διάβασες αλλά και αίσθηση μελαγχολίας γιατί το βιβλίο δεν έχει κι άλλες σελίδες.
Τελευταίο αλλά όχι έσχατο (τι φράση – κλισέ κι αυτή, αλλά πόσο σωστά μπορεί να αποδώσει κάποια πράγματα) το βιβλίο του Αλμπερτ Σάντσεθ Πινιόλ, το «Ψυχρό δέρμα». Ενα βιβλίο για το οποίο ήμουν προκατειλημμένη, μόνο και μόνο επειδή ήταν πολύ ψηλά στη λίστα των best seller. Κι όμως τελικά αποδείχτηκε ένα από τα βιβλία που διαβάζεις χωρίς ανάσα. Το ξεκίνησα κατά το μεσημεράκι λίγο πριν πάω στη δουλειά (δουλεύω πάντα απόγευμα) και δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω για να το πιάσω πάλι στα χέρια μου. Είναι από τα βιβλία που «ρουφάς» στην κυριολεξία, που σε παρασύρει χωρίς να μπορείς να αντισταθείς. Και τι δεν έχει! Περιπέτεια, φαντασία, σκηνές τρόμου, αλληγορίες, τροφή για σκέψεις για το μέλλον του κόσμου, μέσα από την εξερεύνηση του εαυτού μας. Το τέλος δεν είναι ακριβώς απρόβλεπτο από την στιγμή που έχεις μπει με τα ...μπούνια στην ιστορία, αλλά κι αυτή ακόμα η προβλεψιμότητα έρχεται να ενισχύσει μάλλον παρά να αποδυναμώσει την ιστορία. Και βέβαια, αν και έχει εξαιρετικά ταχείς ρυθμούς (είναι και μικρό σε μέγεθος) δεν παραβλέπει την «τέχνη του λόγου» που είναι διάχυτη σε κάθε φράση, σε κάθε σελίδα. Παραθέτω και λίγα λόγια για την ιστορία, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Στην παγωνιά του Νότιου Ατλαντικού, ένα καράβι κατευθύνεται σ΄ ένα νησί χαμένο στη μέση του ωκεανού, εγκλωβισμένο ανάμεσα στο γκρίζο του ουρανού και της θάλασσας, που το σαρώνουν οι πολικοί άνεμοι. Μεταφέρει ένα νεαρό μετεωρολόγο, που θέλοντας να ξεφύγει από το παρελθόν του, θα μείνει εκεί για ένα χρόνο, μελετώντας τους ανέμους. Οταν όμως φτάσει, θα διαπιστώσει ότι ο προκάτοχός του έχει εξαφανιστεί και ο φαροφύλακας, ο άλλος κάτοικος του νησιού, ένας άνθρωπος βάναυσος και λιγόλογος, μοιάζει να μη στέκει στα καλά του. Κι όταν πέσει το πρώτο σκοτάδι, θα γνωρίσει τον τρόμο που βασιλεύει σ΄ αυτή την ξεχασμένη γωνιά της γης... Αλλόκοτα αμφίβια πλάσματα αναδύονται κάθε νύχτα από τα βάθη της θάλασσας και πολιορκούν το νησί ώς την αυγή. Κυνηγημένος, θα καταφύγει στο φάρο κι εκεί οι δυο άντρες θα ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τις λυσσαλέες επιθέσεις των τεράτων με το ψυχρό δέρμα. Δεν ξέρουν ούτε καταλαβαίνουν τίποτα, για τον εχθρό τους κι ο φόβος και η εξάντληση αποδυναμώνουν σιγά σιγά την άμυνά τους. Ωσπου ακόμα και η αναγκαστική συμμαχία τους θα κλονιστεί, από την παρουσία ενός θηλυκού πλάσματος με αχνογάλαζα μάτια...».

Πάμε στο ΣΕΦ για το 3-1

Αυτό κι αν είναι. Να σε παίζουνε 40-60 οι γκρίζοι σε όλο το παιχνίδι να σφυρίζουνε μόνο το 1 στα 3 φάουλ που σου κάνουνε οι ακατονόμαστοι και ο γαύρος με τα γαυροΜΜΕ του να κάθεται σε ένα φάουλ στον Πεν. Καλά, ό,τι θέλουμε λέμε; Το χειρότερο παιχνίδι μας κάναμε και με τη διαιτησία εναντίον μας, το καλύτερο παιχνίδι σας κάνατε, όλα σας έπιαναν (ούτε στον ύπνο του ξανά ο Μπουρούσης τέσσερα τρίποντα), το ξύλο της αρκούδας ρίχνατε κάτω από το καλάθι με την ανοχή των κοράκων και πάλι σας κερδίσαμε.
Κι ας είμαστε κουρασμένοι κι ας έχουμε "αδειάσει" ψυχολογικά μετά την Ευρωλίγκα γιατί αν έχεις ανέβει στο Εβερεστ τι να σου πει μετά ο Ολυμπος.

Και πού να έπιανε κι ο Μήτσος απόδοση. Δημητράκη είσαι μεγάλος παιχταράς αγόρι μου. Να είσαι πάντα καλά να παίζεις το μπασκετάκι που ξέρεις. Η τάπα στον Ακερ και το νικητήριο καλάθι ήτανε όλα τα λεφτά στον αγώνα. Μιλάμε για μεγάλη κλάση. Να μη φαίνεται σε όλο τον αγώνα να έχει τη χειρότερή του βραδιά και σε δυο φάσεις να διαμορφώνει αποτέλεσμα.
Σπουδαίος ήταν και ο Μπατίστ. Ηταν ο μόνος στο παιχνίδι που πέτυχε τρίποντο από αυτά που αλλάζουνε την ψυχολογία. Από αυτά που σε ξεκολλάνε όταν έχεις κολλήσει. Μπορεί να φταίει το άγχος, μπορεί η κούραση. Αλλά δεν πειράζει. Γουστάρω να κερδίζουμε με ένα πόντο και στην παράταση. Είναι καλύτερα έτσι.

Πάμε τώρα στο ΣΕΦ για να κάνουμε το 3-1 και να κάνουμε το τρεμπλ. Αν και έτσι όπως μας παίζουνε τα κοράκια στο ΟΑΚΑ, φαντάσου τι ρεσιτάλ έχουνε να δώσουνε μέσα στο ΣΕΦ. Σκέτη ζούγκλα θα είναι το παιχνίδι.

Υ.Γ. Ρε Ζέλικο, σε αγαπάω, σε εκτιμάω, σε γούσταρα πριν ακόμα έρθεις στην Πανάθα αλλά αυτές οι εμμονές σου είναι χειρότερες κι από του Ρεχάγκελ. Δεν είναι μόνο που για σένα το μπάσκετ σταματάει στο τεσσάρι, αλλά κι έναν σέντερ που έχεις, έστω και ξυλοκόπο, βάλτονα στο παιχνίδι. Μπάσκετ δεν παίζει που δεν παίζει ο Γιαβτόκας, τουλάχιστον άσε να ρίξει κι αυτός λίγο ξύλο, αφού οι γκρίζοι το αφήνουνε να πέφτει αβέρτα από τους ακατονόμαστους.
Να υπάρχει και μια ισορροπία ρε παιδί μου.

Wednesday, June 13, 2007

Καλοκαιράκι και δίαιτες

Τι άγχος κι αυτό κάθε καλοκαίρι! Πώς θα βγούμε λέει στην πλαζ; Και να οι δίαιτες και να οι κρέμες αδυνατίσματος και να οι χαλάουες και να οι διαφημίσεις για τα χεστικά που άμα τα φας θα κάνει καλή λειτουργία το έντερο και θα μπορείς να βάλεις το μπικίνι. Αλλη μόδα κι αυτή με τα χεστικά. Εγώ μέχρι τώρα χεστικά ονόμαζα όλα αυτά τα περιοδικά και τις εφημερίδες που είχα στο μπάνιο για να διαβάζω και να περνάει ευχάριστα η ώρα. Κι άμα ξέμενα από αυτά διάβαζα μέχρι και τις ετικέτες από τα μπουκαλάκια με τα αφρόλουτρα και τα σαμπουάν. Μιλάμε τώρα έτσι και δεν είχα πάθαινα στερητικό σύνδρομο. Ασε που η τουαλέτα ήταν πηγή έμπνευσης. Εχω διαβάσει ιστορία και φυσική στην τουαλέτα την εποχή που πήγαινα στο λύκειο άλλο πράγμα. Και η πλάκα είναι ότι η αφομοίωση ήταν απόλυτη. Τώρα τα χεστικά αλλάξανε χώρο και προορισμό. Αντί για το μπάνιο τα έχεις στην κουζίνα. Κι αντί να τα διαβάζεις τα τρως. Για να έχεις λέει υγιή οργανισμό. Αλλο θέμα όμως αυτό. Τι έλεγα; Α, για το μπικίνι έλεγα που άμα δεν καταφέρεις να το φορέσεις το καλοκαίρι λόγω κιλών και φορέσεις ολόσωμο έχεις υποπέσει σε αμάρτημα μεγαλύτερο κι από της καλόγριας στο γνωστό ανέκδοτο που πριν συναντήσει στο δρόμο την σούπερ ξανθιά γκόμενα πίστευε ότι αυτό που της έδινε ο Ιγνάτιος να γλείφει ήτανε γλιφιτζούρι. Κι από την άλλη έχεις τα παγωτά να στα δείχνουνε λαχταριστά λαχταριστά να τα τρώει η τύπισσα και να κυλάει το σιρόπι από τα χείλη και να σου τρέχουνε τα σάλια. Και να τα ξυλάκια με την επίστρωση σοκολάτας και να οι σούπερ πύραυλοι και να τα κυπελλάκια με τα αμύγδαλα και τα βύσσινα. Χώρια τώρα οι χυμοί και τα αναψυκτικά. Nα μη μιλήσουμε τώρα για τα ρεπορτάζ από την παραλία. Εδώ που τα λέμε απ΄ αυτά καταλαβαίνεις ότι ήρθε το καλοκαίρι. Μόλις δεις κώλο ξαπλωμένο στην αμμουδιά ξέρεις ότι ήρθε η ώρα για μπάνια. Και είναι όλοι οι κώλοι ένας κι ένας. Ούτε ίχνος χαλάρωσης, ούτε ίχνος κυτταρίτιδας. Υπολογισμένα τα έχουνε για να ψαρώνουνε οι υπόλοιπες και να πέφτουνε με τα μούτρα στην προσπάθεια. Τι νομίζεις; Τα κανάλια από τις διαφημίσεις ζούνε. Αμα δείχνουνε τους τέλειους κώλους, θα διαφημίσει ο άλλος στο καπάκι το ινστιτούτο αδυνατίσματος για να ρίξεις τα περιττά. Θα μου πεις τώρα τι θες να δείξουνε; Καμιά Ορκα που εξώκειλε; Δεν λέω αυτό. Αλλά χάθηκε ρε παιδί μου η μέση οδός; Καλοκαιράκι μπήκε. Αφήστε ρε τον κόσμο να ξαλεγράρει και μη τον ζαλίζετε με ένα σωρό διαφημίσεις για το πώς θα φτιάξει την τέλεια κορμάρα που θα τους ρίξει όλους ξερούς μόλις βγει στην παραλία. Κι εδώ που τα λέμε κι εδώ ακόμα υπάρχει ρατσισμός. Είδες εσύ καμιά διαφήμιση για να χάσει κανας χοντρός τα κιλά του που βγαίνουνε όλοι με τους σκεμπέδες έξω και άμα τους δεις από μπροστά δεν ξέρεις αν φοράνε μαγιό ή κάνουνε γυμνισμό σε δημόσια πλαζ; Οχι. Γι΄ αυτούς είναι όλα καλά καμωμένα. Μόνο οι χοντρές ρίχνονται στο πυρ το εξώτερον. Οι γυναίκες τρώνε τη λέζα. Θα μου πεις από την άλλη αφού αυτές μασάνε και θέλουνε να αρέσουνε και τρέχουνε στα γυμναστήρια και τις κλινικές καλά να πάθουνε.
Κι εγώ δεν λέω. Να πάνε στα γυμναστήρια, αλλά να πάνε όσες έχουνε αντικειμενικό πρόβλημα. Οι υπόλοιπες τζάμπα κουράζονται. Ασε που πρέπει να έχεις και αυτογνωσία. Αμα είσαι 1.50 με σιλουέτα αχλάδι, ό,τι και να κάνεις η Σβετλάνα του 1.80 με την κορμάρα δεν μπορείς να γίνεις. Απλά πράγματα...